Βασίλης Παπαγιαννάκος: Γεννήθηκα μέσα στο κρασί

by GreekCellar
98 views
Κοινοποιήστε το:
Share on Facebook
Facebook
Tweet about this on Twitter
Twitter
Share on LinkedIn
Linkedin
Print this page
Print
Email this to someone
email
Pin on Pinterest
Pinterest

Έχοντας μεγαλώσει σε οικογένεια οινοποιών «κουβαλά στην πλάτη του» μια ιστορία οινοποίησης που ξεπερνά τον αιώνα, ενώ έχοντας νανουριστεί από τον ήχο της ζύμωσης, μιας και τα βαρέλια απείχαν μόλις πέντε μέτρα από το παιδικό του κρεβάτι ,ο Βασίλης Παπαγιαννάκος χαρακτηρίζει «νομοτέλεια» την ενασχόλησή του με το κρασί.
Ο ίδιος ανέλαβε πλήρως το οινοποιείο το 1991 και το 1995 εγκαινίασε τη νέα εποχή της επιχείρησης μπαίνοντας δυναμικά στην εμφιάλωση. Έχοντας περάσει με τον έναν ή τον άλλο τρόπο όλη του τη ζωή μέσα στο κρασί ,πρόεδρος σήμερα του cluster “Wines of Athens” στόχος του οποίου είναι η ανάδειξη του Αττικού Αμπελώνα και της ποικιλίας Σαββατιανό, μας υποδέχθηκε στο οινοποιείο του στο Μαρκόπουλο Αττικής και μας μίλησε για όλα όσα έχουν γίνει μέχρι σήμερα αλλά και για πόσα άλλα πρέπει ακόμα να γίνουν ώστε το ελληνικό ποιοτικό κρασί να φτάσει στη θέση που του αξίζει στον παγκόσμιο οινικό χάρτη.

Πότε άλλαξε η πορεία του ελληνικού κρασιού και πόσα πράγματα άλλαξαν από τότε μέχρι σήμερα;
«Νομίζω ότι έγινε μια επανάσταση, που ξεκίνησε μετά το ’85 οπότε και έγινε η μεγάλη στροφή προς τους μικρούς παραγωγούς. . Εκείνη την περίοδο σημαντικοί παράγοντες υπήρξαν πρώτον, οι οινολόγοι που είχαν έρθει από το εξωτερικό με εμπλουτισμένες γνώσεις σχετικά με την οινοποίηση, αλλά και η τεχνολογία, καθώς η Ελλάδα ανέκαθεν αντιμετώπιζε το πρόβλημα με τις υψηλές θερμοκρασίες την περίοδο του τρυγητού. Δεν υπήρχε τρόπος να ελέγχουμε τη ζύμωση ώστε να πραγματοποιείται σε χαμηλές θερμοκρασίες. Η τεχνολογία που αναπτύχθηκε έδωσε ώθηση στο να αναδειχθεί το αρωματικό δυναμικό των ποικιλιών, η φρεσκάδα τους. Όλα αυτά συνέπεσαν μαζί με τις μοντέρνες μεθόδους οινοποίησης. Εδώ πάντοτε τρυγούσαμε υπερώριμα γιατί οι παραδοσιακοί πελάτες προτιμούσαν το υψηλόβαθμο κρασί, όταν όμως το τρυγήσαμε στον κανονικό χρόνο και μετά σε χαμηλή θερμοκρασία ζύμωσης αποκαλύφθηκε ένας θησαυρός.

Αυτή η στροφή ευνόησε την ανάδειξη των ποικιλιών, τις τοπο-ποικιλίες, προβλήθηκαν οι περιοχές από μικρούς παραγωγούς και άρχισε να βγαίνει αυτός ο εν υπνώσει θησαυρός..
Μέχρι τότε είχαν επικρατήσει τα brands δηλαδή οι μεγάλες εταιρείες ήθελαν να βγάλουν ένα κρασί παραγωγής 1 εκατ. φιαλών, το οποίο θα ήταν το κυρίαρχο και έκαναν branding στο όνομα της εταιρείας ή στο όνομα του κρασιού. Δεν προβάλανε το terroir, τις κλιματολογικές συνθήκες, την ποικιλία και τη δυναμική της ποικιλίας- κάτι το οποίο έγινε στη συνέχεια-και νομίζω ότι η Ελλάδα, διαθέτοντας μοναδικές αυτόχθονες ποικιλίες ,και ακολουθώντας τις οινοποιήσεις 100% μιας ποικιλίας, έχει το προβάδισμα από άλλες χώρες. Λόγου χάρη, η Πορτογαλία χρησιμοποιεί τα blendsί, κρασιά από 3-4 ποικιλίες. Στην Ελλάδα αναδείξαμε τον χαρακτήρα και την προσωπικότητα της κάθε ποικιλίας. Τα τελευταία πέντε χρόνια υπάρχει μεγάλη στροφή στα μονοποικιλιακά κρασιά με τον χαρακτήρα του terroir .
Εκεί που υστερούμε αλλά γίνεται μια προσπάθεια τα τελευταία 15-20 χρόνια, είναι το branding, δηλαδή η εικόνα του προϊόντος «ελληνικό κρασί».
Είχαμε και το κακό όνομα της ρετσίνας;
Κατ’αρχήν ,η ρετσίνα δεν είναι ή δεν θα έπρεπε να είναι, ένα κακό κρασί εξ’ορισμού. Εξάλλου,για το κακό όνομα της , δεν φταίει μόνο η ρετσίνα, φταίει και το ότι οι τουρίστες που έρχονταν στην Ελλάδα μέχρι τότε προτιμούσαν το ανώνυμο, μη τυποποιημένο κρασί το οποίο πολλές φορές ήταν καταρχήν κακο-οινοποιημένο και έπειτα ταλαιπωρημένο λόγω των συνθηκών μεταφοράς και αποθήκευσης . Σήμερα, υπάρχουν εμφιαλωμένες ρετσίνες που στέκονται ισότιμα δίπλα στα καλύτερα κρασιά.
Την τελευταία 20ετία υπάρχει και το στρατηγικό σχέδιο το οποίο έχει βοηθήσει πάρα πολύ . Ο κλάδος κάνει προσπάθειες. Έχουμε συνειδητοποιήσει την αδίρρητη ανάγκη για συνεργατικότητα προκειμένου να προβάλλουμε τον ελληνικό αμπελώνα. Είναι μια συλλογική προσπάθεια η οποία σημειώνει επιτυχία ,χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν διαθέτει περιθώρια βελτίωσης, αλλά σαν branding το κρασί σε σύγκριση με άλλα αγροτικά προϊόντα, είναι πιο μπροστά, έχει κατακτήσει πολύ σημαντικές αγορές.
Θεωρώ ότι είμαστε σε έναν πολύ καλό δρόμο, ο οποίος απαιτεί τρομερή δουλειά και αφοσίωση. Θέλει προσοχή, θέλει γνώση, οι τεχνικές του marketing είναι σημαντικές και πρέπει να τις ακολουθούμε. Δεν θέλει βιασύνη.
Η κρίση σίγουρα προκάλεσε μια ανάσχεση σε αυτή την πορεία γιατί κοστολογικά έχουν συμπιεστεί οι τιμές με τον ΕΦΚ κλπ, καθιστώντας το εξωτερικό μία διέξοδο. Ωστόσο, η αγορά του κρασιού στο εξωτερικό είναι αρκετά δύσκολη, ενώ παράλληλα ο χρόνος και τα χρήματα που χρειάζεται να δαπανήσεις σε ταξίδια προκειμένου να βρεις νέες αγορές ή να συντηρήσεις τις ήδη υπάρχουσες , αποτελούν σημαντική επένδυση. Π.χ. Κατά τη γνώμη μου, η αμερικανική αγορά από μόνη της, θα μπορούσε να απορροφήσει όλο το ελληνικό κρασί, αλλά με πάρα πολύ δουλειά και μεγάλο κόστος. Χρειάζεται, δηλ . εκτός των άλλων, ένας οινοποιός να επισκέπτεται την Αμερική ,προκειμένου να προωθήσει το προιόν του , τουλάχιστον δύο φορές τον χρόνο. Είναι ένα κόστος το οποίο δεν θα το πάρεις πίσω σε ένα και δύο χρόνια. Κάποιοι , προκειμένου να το αποφύγουν αυτό προσπαθούν να μπουν στις αγορές χαμηλώνοντας τις τιμές, ρισκάροντας έτσι το όνομα και την εικόνα του κρασιού, καθώς η μείωση της τιμής συνεπάγεται την υποβάθμιση του προϊόντος σε χαμηλότερη κατηγορία.
Το ελληνικό κρασί δεν είναι φθηνό σε σύγκριση με άλλες χώρες του νέου κόσμου, αλλά συγκρινόμενο σε σχέση και με την ποιότητά του είναι, θα έλεγα, φθηνότερο.
Δεν μπορεί όμως να είναι ένα mainstream κρασί. Η Ελλάδα δεν έχει εκατομμύρια στρέμματα. Γεωγραφικά οι περιοχές της Ελλάδας δεν έχουν τη δυναμική μαζικής καλλιέργειας μεγάλων εκτάσεων, άρα μιλάμε ότι είναι σε μια μορφή artisanal δηλ.κάτι δηλαδή που γίνεται με προσοχή. Οπότε, οι ποσότητες και τα κοστολόγιά του δεν επιτρέπουν να πουλάς σε όλο τον πλανήτη και να γεμίζεις τα σούπερ μάρκετ της Γερμανίας και της Αμερικής. Αλλά για να ανέβουν περισσότερο θα πρέπει να γίνει δουλειά στο marketing.
Πρέπει να πείσεις τον καταναλωτή ότι αξίζει να δώσει 20 δολάρια για να πάρει ένα ελληνικό κρασί.
Εδώ είναι η πρόκληση: πως δουλεύεις το marketing, πως το επικοινωνείς, τι ποσότητες θες να πουλήσεις. Θέλει χρόνο, θέλει δουλειά. Είναι ο δύσκολος δρόμος ο ανηφορικός, όταν ανέβεις όμως ,έχει μεγαλύτερες απολαβές.

Ποια είναι τα βήματα που πρέπει να γίνουν από εδώ και πέρα σε επίπεδο branding του ελληνικού κρασιού;
Το κάθε οινοποιείο που σέβεται την περιοχή του πρέπει να παράγει κρασιά που έχουν χαρακτήρα και μετά χρειάζεται προσοχή στη συσκευασία και την επικοινωνία. Αυτά είναι τα βασικά. Αφού τα έχεις αυτά, θέλει προσεκτικά βήματα προβολής προς το εξωτερικό ως προς την εικόνα του προϊόντος. Να ξέρεις τη δύναμή σου, αλλά και να παραδειγματίζεσαι από άλλες χώρες που έχουν πετύχει θαύματα. Για παράδειγμα η Νέα Ζηλανδία έχει πετύχει να μπει στην αγορά των premium κρασιών, σε αντίθεση με την Αυστραλία. Η Αυστρία είναι ένα παράδειγμα προς μίμηση για την Ελλάδα : Η Αυστρία κατάφερε να κάνει ένα προϊόν που ήταν υποβαθμισμένο ,την Grüner Veltliner την παραδοσιακή τους ποικιλία, να είναι ένα περιζήτητο premium κρασί. Πρέπει λοιπόν και εμείς να στραφούμε στην premium αγορά, να τοποθετηθούμε ψηλά, όπου στόχος είναι η μεγάλη υπεραξία ως προϊόν και όχι οι μεγάλες ποσότητες. Τα διαθέτει τα στοιχεία αυτά ο ελληνικός αμπελώνας. Μέσα σε μια ώρα έχεις αλλάξει υψόμετρο, μικροκλίμα, υπέδαφος κλπ.. Πολλές φορές έχουμε χρυσάφι στα χέρια μας και το μεταχειριζόμαστε σαν ένα απλό μέταλλο.


Εμείς σαν οινοποιείο ,όπως και άλλα οινοποιεία, έχουμε τραβήξει αυτόν τον δύσκολο δρόμο και έχουμε φέρει αποτελέσματα. Στον Καναδά για παράδειγμα, είμαστε 7-8 οινοποιεία από διαφορετικές περιοχές της Ελλάδας που έχουμε τον ίδιο αντιπρόσωπο, και τώρα δουλεύουμε μαζί εκεί. Δηλαδή όταν θα πάμε να δειγματίσουμε τα κρασιά μας, υπάρχει ένα Σαββατιανό, δίπλα είναι το Μοσχοφίλερο, το Ασύρτικο, ο Ροδίτης, το ξινόμαυρο, μοναδικές ελληνικές ποικιλίες. Εκεί πρέπει να δώσεις ένα story board δηλαδή ο καθένας έχει κάτι να πει για την περιοχή του. Άλλος θα μιλήσει για τη Σαντορίνη και το ηφαιστειογενές έδαφος, εγώ θα μιλήσω για το terroir της Αττικής, και την ιστορία του Αττικού αμπελώνα, όλοι έχουν κάτι να πουν. Δουλεύοντας όλοι μαζί, ένας ξένος που θα δοκιμάσει όλες αυτές τις μοναδικές γεύσεις σχηματίζει μια εικόνα. Εμείς θέλουμε να φύγει με την εικόνα ότι δοκίμασε ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ κρασιά. Εκεί, θέλω να αρέσει και το επόμενο κρασί που θα δοκιμάσει, όχι μόνο το δικό μου , γιατί το θέμα δεν είναι να τον πείσω ότι ΕΓΩ είμαι ένας καλός οινοποιός, το θέμα είναι να δώσεις το μήνυμα ότι το ελληνικό κρασί είναι ποιοτικό. Σήμερα θα πάρει το Σαββατιανό, αύριο το Μοσχοφίλερο, μεθαύριο τη Ρομπόλα, τον Ροδίτη… δηλαδή στο μυαλό του «χτίζεις την κατηγορία» ελληνικό κρασί.
Σαν ελληνικό κρασί θα έπρεπε να έχουμε και ενιαία χρώματα σε ό,τι αφορά ακόμα και τα χρώματα που χρησιμοποιούμε στις διεθνείς εκθέσεις. Δηλαδή να επιλέξουμε για παράδειγμα ένα χρώμα που να έχει ένα γερό συμβολισμό: π.χ. λευκό = φως, ήλιος ,και να «χτίσουμε» γύρω από αυτό. Όταν βλέπεις Ελλάδα σκέφτεσαι γκρι και μαύρο; Αν είναι δυνατόν. Θα πρέπει να έχουμε ένα εθνικό χρώμα επικοινωνίας.
Σε άλλα θέματα πάμε πάρα πολύ καλά. Η κρίση βοήθησε τους μικρούς παραγωγούς να γίνουν πιο εξωστρεφείς ακόμα και με τα λάθη που γίνανε. Ορισμένοι είδαν τις εξαγωγές σαν μια βαλβίδα εκτόνωσης να ρευστοποιήσουν προϊόν για να μπορέσουν να ανταποκριθούν στις οικονομικές ανάγκες. Οι εξαγωγές είναι μια πολύ σημαντική προοπτική για το ελληνικό κρασί , αυτό πρέπει να το δεχθούμε, ένα μέρος του ελληνικού κρασιού θα πρέπει να εξάγεται. Η εξαγωγική αγορά είναι το μέλλον αλλά θέλει χτίσιμο και χρόνο.
Πόσες ετικέτες βγάζει το οινοποιείο σας και τι πρέπει να περιμένουμε από εδώ και πέρα;
Το οινοποιείο μας βγάζει ένδεκα ετικέτες, κάποιες εκ των οποίων είναι μικρές παραγωγές. Η κύρια παραγωγή μας είναι το «Σαββατιανό Παλαιά Κλήματα «και το «Καλογέρι Μαλαγουζιά». Σε μικρότερες ποσότητες είναι το Σαββατιανό «Από Βαρέλι» , δηλαδή ζύμωση σε δρύινο βαρέλι, ακολουθούν Το Aσύρτικό μας, το Granatus, ένα ροζέ από Cabernet και Αγιωργίτικο, το Μερλό, και βέβαια ,οι παλιές σοδειές μας από Σαββατιανό :«Παλαίωση στην φιάλη». Σαν σύνολο παραγωγής είμαστε περίπου στις 200.000 φιάλες. Δεν βιαζόμαστε να ανεβούμε διότι το ανέβασμα πρέπει να είναι και ποιοτικό ,να εξασφαλίζει δηλαδή πως και στις 250.000 φιάλες το κρασί θα διατηρεί την υψηλή ποιότητά του. Με κυρίαρχο το Σαββατιανό κάνουμε ό,τι καλύτερο μπορούμε για την παρουσία μας στο εξωτερικό. Είμαστε σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, στις ΗΠΑ, τον Καναδά, την Ιαπωνία, την Ταϊβάν. Από το 2007 που εγκατασταθήκαμε στο καινούργιο ειδικά σχεδιασμένο βιοκλιματικό οινοποιείο, βελτιώσαμε την γκάμα των κρασιών μας ,βγάλαμε καινούργιες ετικέτες, και επικεντρωθήκαμε στην ανάδειξη της αυτόχθονης ποικιλίας της περιοχής . Θεωρώ ότι υπάρχει μέλλον για το Σαββατιανό, εξ’ου και το cluster WINES OF ATHENS. Ήδη το Σαββατιανό έχει φτάσει σε σημαντικό επίπεδο: Εφέτος το «Σαββατιανό Παλαιά Κλήματα»,βραβεύτηκε ως το καλύτερο ελληνικό λευκό κρασί στον διαγωνισμό MUNDUS VINI και βαθμολογήθηκε με 90 από τον Robert Parker . Επιπλέον, δείχνει να έχει σημαντικές δυνατότητες παλαίωσης. Θα θέλαμε, λοιπόν, να υπάρξει μια μερίδα ανθρώπων που θα πάρει την τρέχουσα σοδειά για να το πιει σε 3-4 χρόνια. Έτσι θα ανέβει και η υπεραξία του προϊόντος.

Κοινοποιήστε το:
Share on Facebook
Facebook
Tweet about this on Twitter
Twitter
Share on LinkedIn
Linkedin
Print this page
Print
Email this to someone
email
Pin on Pinterest
Pinterest

You may also like