Βασίλης Παπαδόπουλος: Ο μπασίστας του κρασιού

by greekcellar-admin
852 views
Κοινοποιήστε το:
Share on Facebook
Facebook
Tweet about this on Twitter
Twitter
Share on LinkedIn
Linkedin
Print this page
Print
Email this to someone
email
Pin on Pinterest
Pinterest

Συνέντευξη στον Σπύρο Δράκο

Αν όπως λέει ο Stevenson το κρασί είναι εμφιαλωμένη ποίηση, τότε οι sommelier είναι σίγουρα εκείνοι που μελοποιούν τα καλύτερα κομμάτια της για να τα προσφέρουν πιο εύκολα στο… «ακροατήριο».

Ένας από αυτούς τους συνθέτες των οινικών μελωδιών είναι και ο Βασίλης Παπαδόπουλος, επικεφαλής sommelier του MONK (Καρόρη 4, Μοναστηράκι) αλλά και γνώστης της μουσικής που… ευτυχώς για τους οινόφιλους δεν τον κέρδισε επαγγελματικά.

Τον συναντήσαμε λίγο πριν αρχίσει να ταξιδεύει τους πελάτες του μαγαζιού σε οινικούς προορισμούς ανά τον κόσμο… Φυσικά φορούσε ήδη τη στολή εργασίας και στο ενδιάμεσο αν και μας μιλούσε, το βλέμμα του διέτρεχε τον χώρο για να ελέγχει εάν όλα πάνε σωστά με τις προετοιμασίες της βραδιάς.

Το μπάσο, οι Iron Maiden και οι σπάνιες Βουργουνδίες

Η μεγάλη του αγάπη ήταν η μουσική, όνειρό του ήταν να γίνει μουσικός, ξεκίνησε με πιάνο, μαθήματα αρμονίας αλλά τον κέρδισε το ηλεκτρικό μπάσο. Ωστόσο αντιλαμβανόμενος την ελληνική πραγματικότητα συνειδητοποίησε πως πρέπει να αλλάξει επαγγελματική ρότα και έτσι  «αποφάσισα να ασχοληθώ με τη Συντήρηση Έργων Τέχνης και Αρχαιολογικών Ευρημάτων, αυτό σπούδασα και το τελείωσα. Όμως μέχρι να ολοκληρώσω τις σπουδές μου, ως φοιτητής, με ξαναβρήκε με άλλον τρόπο η μουσική. Ξεκίνησα να εργάζομαι σε μια εταιρεία διοργάνωσης πολιτιστικών εκδηλώσεων και συναυλιών. Εκεί έζησα μια εκπληκτική εμπειρία. Η εταιρεία διοργάνωνε συναυλίες με πολύ μεγάλους και γνωστούς καλλιτέχνες κυρίως ξένους οι οποίοι στα καμαρίνια τους ζητούσαν πολύ ακριβά και πολύ σπουδαία κρασιά. Το αναπάντεχο ήταν ότι ζητούσαν π.χ. ένα συγκεκριμένο κρασί και εγώ ως operation manager έλεγα… ΟΚ πάρτε το, βάλτε το στα καμαρίνια τους και μου απαντούσαν «ναι αλλά κάνει 500 ευρώ» και έλεγα «δεν είναι δυνατόν ένα κρασί να κάνει 500 ευρώ…» δεν το πίστευα, δεν είχα καμία επαφή με το κρασί. Όταν είχαμε τη Συμφωνική της Βιέννης στο Ηρώδειο περίμενες ότι θα θέλουν κρασί, αλλά όταν διοργανώναμε συναυλία με π.χ. τους Iron Maiden ή τους Metallica ή άλλα hard συγκροτήματα περίμενε κανείς πως θα θέλουν αποστάγματα σκληρά σαν την μουσική τους… ουίσκι, βότκα, τεκίλα. Σε πληροφορώ όμως ότι ζητούσαν πολύ ακριβά Bordeaux ή σπάνιες Βουργουνδίες! Κάνε εικόνα λοιπόν εμένα 20 κάτι χρόνια πίσω, πιτσιρικάς και αδαής από κρασί, να βρίσκομαι backstage με μερικά από τα εφηβικά μου ινδάλματα να πίνω τέτοιες κρασάρες. Τότε κόλλησα το «μικρόβιο» του κρασιού».

Ο κεραυνοβόλος έρωτας

Κι αν τα διάσημα hard rock και heavy metal συγκροτήματα έγιναν η αιτία που ο Βασίλης Παπαδόπουλος δοκίμασε τα πρώτα του μεγάλα κρασιά, ο πατριός του, Χρήστος Καζάκος, από τις πλέον εμβληματικές μορφές του ελληνικού κρασιού και εμπορίου ποτών, έγινε η αφορμή να μπει τελικά στον χώρο.

«Είναι ένας άνθρωπος  (σ.σ. ο Χρήστος Καζάκος) έχει το σεβασμό και το θαυμασμό όλων των ανθρώπων του κρασιού από το 1983 έως και σήμερα. Για εμένα είναι ο πατέρας μου και μέντοράς μου. Είδε πως με μάγευε το κρασί ως χομπίστα και ήθελε πολύ να ενταχθώ ως επαγγελματίας στην οικογενειακή μας επιχείρηση. Πίστευε πολύ σε εμένα και με ήθελε δίπλα του στην κάβα. Όμως εγώ τότε επέμενα πως έπρεπε πρώτα να μάθω το αντικείμενο πρώτού ξεκινήσω να ασχολούμαι επαγγελματικά με αυτό. Δέχθηκε την πρότασή μου με την ελπίδα ότι σύντομα θα πάω σε εκείνον να δουλέψουμε παρέα, και όντως δεν άργησε η στιγμή αυτή. Πριν περίπου 18 χρόνια πήγα σχεδόν σε όλες τις τότε διαθέσιμες σχολές, παρακολουθούσα ότι σεμινάριο προέκυπτε, διάβαζα μανιωδώς ό,τι βιβλίο μιλούσε για κρασί και δοκίμαζα ασταμάτητα την μια ετικέτα πίσω από την άλλη. Ξεκίνησα στην οικογενειακή μας επιχείρηση, και τότε με την έλευση μου ο πατέρας μου έκανε μια μεγάλη επένδυση στην Kazakos Drink Bank φτιάχνοντας το πρώτο υπόγειο κελάρι κρασιού σε κατάστημα λιανικής πώλησης στην Ελλάδα. Ένας χώρος 90 τ.μ. υπόγειο κελάρι κρασιού με τούβλο, ξύλο, πέτρα, ειδικούς φωτισμούς και με πάνω από 1.000 ετικέτες από όλο το κόσμο. Εγώ με καύσιμο την αγάπη μου για το κρασί ίδρυσα παράλληλα ένα μη κερδοσκοπικό wine club και κάναμε γευσιγνωσίες εκεί παρουσία των ίδιων των οινοπαραγωγών. Τότε, το 2004 δεν γίνονταν τέτοια πράγματα… Είμασταν πρωτοπόροι. Κάπως έτσι όλα πήραν τον δρόμο τους. Για εμένα όλο αυτό ήταν… κεραυνοβόλος έρωτας! Είπα πως τα παρατάω όλα… Συντήρηση έργων τέχνης… Μουσικές… Εταιρείες… Θέλω να γίνω οινοχόος!», μας λέει χαρακτηριστικά.

«Κάνω αυτό που αγαπώ…»

«Γυρίζοντας τον χρόνο πίσω, σε εποχές που ακόμα το κρασί δεν είχε την ανάπτυξη και την αναγνώριση που έχει τώρα, γνώρισα ανθρώπους που πραγματικά με ενέπνευσαν, με στήριξαν, με βοήθησαν. Εμβληματικές φυσιογνωμίες του κρασιού: οινοποιοί, οινοχόοι, οινολόγοι, έμποροι. Νιώθω ευλογημένος σε όλη μου αυτή τη διαδρομή, σε αυτό το οινικό ταξίδι. Και να ξέρεις γνωρίζω καθημερινά και συναναστρέφομαι με πάρα πολλούς ανθρώπους και δυστυχώς δεν κάνουν στη ζωή τους αυτό που αγαπάνε… εγώ κάνω αυτό που αγαπάω», μας λέει ο Βασίλης, ενώ στεκόμαστε τυχεροί μιας και επιλέγει να μοιραστεί μαζί μας μια χαρακτηριστική στιγμή του με τον οινοποιό, Γιώργο Παλυβό.

«Συνήθως αποφεύγω να αναφέρω συγκεκριμένα πρόσωπα, γιατί πάντα αναφέροντας έναν ή δύο αδικείς πολλούς άλλους που δεν τους αναφέρεις. Ωστόσο θα σου πω, ήταν 15 χρόνια πίσω – θυμάμαι τον Γιώργο Παλυβό, καθόμαστε κάποια στιγμή έξω από το οινοποιείο του σε κάτι σκαλάκια οι δυο μας και γυρίζει και μου λέει, «Βασιλάκο» να θυμάσαι πάντα – δεν μου είπε εγώ – μου είπε «εμείς οι οινοπαραγωγοί  εμφιαλώνουμε τους ίδιους μας τους εαυτούς». Αυτό εμπεριέχει τόση δύναμη, τόση τέχνη, τόση ψυχή, που δεν μπορεί να σε αφήσει ανεπηρέαστο».

 

Πήγε για… μοναχός και έγινε ο Ηγούμενος

Όταν η συζήτησή μας έφτασε στο ΜΟΝΚ ο ενθουσιασμός του Βασίλη, αλλά και ο σεβασμός του για αυτή τη δουλειά ήταν έκδηλος. Φθασμένος πλέον, γνωρίζουμε πως το 2014 ήρθε η ώρα να πάρει μια απόφαση ζωής, καθώς τη στιγμή που ένα μεγάλο αθηναϊκό ξενοδοχείο του προσφέρει «γη και ύδωρ» για να τον έχει, εμφανίζονται οι άνθρωποι του ΜΟΝΚ και…. «τον Δεκέμβρη του 2014 μου λένε έλα Καρόρη 4 να μιλήσουμε. Γιατί τελικά επέλεξα το Monk; Γιατί ήταν κάτι καινούργιο, κάτι φρέσκο, κάτι που μου έδινε την δυνατότητα να κάνω διαφορετικά πράγματα και γιατί κυρίως οι άνθρωποι εκεί μου έδειξαν πραγματική εμπιστοσύνη, μου εμπιστεύτηκαν το project και μου δώσαν ελευθερίες που σπάνια συναντάς από επιχειρηματίες στο χώρο. Η ελευθερία δημιουργικότητας στον τρόπο που δουλεύω εγώ είναι ζωτικής σημασίας. Θέλω να έχω την ευθύνη, και της επιτυχίας και της αποτυχίας. Κάπως έτσι απέκτησα μέσω του Monk ένα μεγάλο όραμα, να δημιουργήσω ένα wine bar το οποίο να έχει εξωστρέφεια. Αυτό ήταν το στοίχημα του ΜΟΝΚ εξ αρχής».

«Εδώ μπορούν να έρθουν και όσοι δεν ξέρουν από κρασί»

«Ήθελα να δημιουργήσω ένα wine bar, το οποίο να απευθύνεται σε όλους τους ανθρώπους που θέλουν να πιουν κρασί, είτε είναι οινόφιλοι, είτε όχι», μας λέει ο Βασίλης Παπαδόπουλος και εξηγεί:

“Σκεφτόμουν το 2014… Ο κόσμος που δεν ξέρει από κρασί, που δεν γνωρίζει από οξύτητες και τανίνες νιώθει ότι «πρέπει να ξέρει» για να πάει σε ένα wine bar, είτε γιατί συμπεριφερόμαστε εμείς λάθος, είτε γιατί έχει εσωστρέφεια πολλές φορές ο χώρος. Σκεφτόμουν… Οι οινόφιλοι, οι φανατικοί με το κρασί, θα πάνε παντού. Θα πάνε στο “By the glass”, θα πάνε στο “Oinoscent”, θα πάνε «Heteroclito», στο “Kiki” στο“Caravin”, θα πάνε σε όλα τα wine bars, θα κάνουν βόλτa, γύρες συνέχεια. Όπως κάνω κι εγώ, τα αγαπώ όλα τα wine bar και οι άνθρωποι τους είναι αγαπημένοι φίλοι μου. Αναρωτιόμουν όμως τότε… εκείνος που δεν έχει καμία τεχνογνωσία πάνω στο κρασί πού θα πάει να πιεί κρασί; Οι άνθρωποι, γενικά μιλώντας είναι «κουρασμένοι» από «επιστήμονες» και ξερόλες…, πλέον αναζητούν χαρά και ξεγνοιασιά, αυτό έχουν ανάγκη. Τώρα νομίζω πολλά έχουν αλλάξει στον χώρο, τότε όμως ήταν «παράξενη» η δημιουργία ενός wine bar, το οποίο, αδόκιμος τελείως ο όρος, να είναι «bar wine», δηλαδή ένας χώρος ο οποίος θα έχει πολλή αύρα Bar, θα έχει πολλή περισσότερη εξωστρέφεια και θα περνάει ο κόσμος καλά πίνοντας κρασί.  Αν θέλει κάποιος μεγαλύτερη εξειδίκευση μπορεί να τη βρει από εμένα, από την ομάδα μου στη σάλα ή στο μπαρ. Εδώ είμαστε για να συζητήσουμε. Αλλά πρέπει να δώσουμε στον κόσμο την δυνατότητα να ευχαριστηθεί το κρασί με όποιον τρόπο εκείνος επιθυμεί. Εξακολουθώ να πιστεύω πως πρέπει να τσαλακωθούμε λίγο εμείς οι άνθρωποι του χώρου… Με αυτόν τον τρόπο το κρασί θα απευθύνεται σε περισσότερο κόσμο”.

Το στοίχημα του ΜΟΝΚ πέτυχε

Η στιγμή που ο Βασίλης είπε πως κατάφερε να κερδίσει το στοίχημα είναι όπως μας λέει η βραδιά που από τα 280 άτομα που βρίσκονταν μέσα στο ΜΟΝΚ τα 260 κρατούσαν έναν ποτήρι κρασί στο χέρι τους.

«Το Monk για εμένα ήταν από την αρχή του πάντα ένα project με δυνατή πεποίθηση και μόνιμη διάθεση για πρόοδο. Ένα project με υψηλό ταβάνι εξέλιξης. Και έτσι κι έγινε, ξεκινήσαμε ως ένα wine bar και κάθε χρόνο προσθέταμε κάτι νέο. Φέραμε πρώτοι το Coravin, μετά προσθέσαμε κουζίνα και εστιατορικό χώρο, στην συνέχεια το ξενοδοχείο με τις 10 μικρές σουίτες, αργότερα το αγαπημένο πλέον όλων Roof Garden στην ταράτσα. Διατηρούμε μια συνεχή ανάπτυξη της αρχικής ιδέας μέχρι σήμερα. Προσωπικά ξόδεψα πολύ χρόνο και κόπο σε όλο αυτό το εγχείρημα, ήθελα να έχει στον δικό μου ρόλο και τη δική μου σφραγίδα.», τονίζει και προσθέτει: «Μέσα από αυτό να καθρεπτίζεται ένα μεγάλο κομμάτι του ποιος είμαι εγώ ο ίδιος. Είμαι ένας οινόφιλος. Να ξέρεις όταν δεν χρησιμοποιώ τον τίτλο του sommelier, χρησιμοποιώ τον τίτλο του οινόφιλου και τον χρησιμοποιώ συνήθως ως τίτλο πολύ περισσότερο από εκείνον του sommelier. Προσπαθώ γενικά παρόλο το δυναμισμό, τις ιδιοτροπίες, την αυστηρότητα και την επιμονή που έχω στη δουλειά μου να παραμένω πάντα ταπεινός. Άλλωστε το κρασί δεν το κατακτάς ποτέ ως γνώση, πρέπει να παραμένεις προσγειωμένος. Και να ξέρεις, ένας ακόμη πολύ ουσιαστικός λόγος που χρησιμοποιώ περισσότερο τον όρο του οινόφιλου είναι επειδή οι πιο σημαντικές αποφάσεις που έχω πάρει ως sommelier είναι αυτές τις οποίες σκεφτόμουν σαν καταναλωτής…».

 

Το ρίσκο στο… ποτήρι

Ασφαλώς βέβαια δεν ήταν όλα βελούδινα και τα ρίσκα ήταν μεγάλα και αρκετά επικίνδυνα, μας λέει ο Βασίλης. Το μεγαλύτερο βέβαια ήταν  η απόφαση «όλες οι ετικέτες της wine list να σερβίρονται στο ποτήρι χωρίς να είναι απαραίτητο ο επισκέπτης να πάρει την φιάλη»…

«Το όλο εγχείρημα είχε μεγάλο ρίσκο. Άκουγα… «ο Παπαδόπουλος τρελάθηκε, ο Παπαδόπουλος το έχει χάσει το μυαλό του», κριτικές από εδώ, από εκεί. Κριτικές που δεν τις άκουσα να σου πω την αλήθεια από άλλους sommelier ή ιδιοκτήτες άλλων wine bar. Τις άκουσα κυρίως από κάποιους δημοσιογράφους. Πέντε χρόνια μετά όσοι με αμφισβητούσαν τότε όταν με βλέπουν σήμερα (προς τιμήν τους) δεν ξεχνούν να μου σφίξουν το χέρι», μας εξηγεί και συνεχίζει…

«Επιμένω όμως. Εγώ τι θα ήθελα; Θα ήθελα να μπορώ να πάω σε ένα wine bar και να πιώ οποιαδήποτε ετικέτα σε ποτήρι. Και η ερώτηση είναι «είναι διαχειρίσιμο;» Διότι ωραίες οι καινοτόμες ιδέες αλλά πρέπει να υπάρχει και ρεαλισμός σε αυτό που ζητάμε.  Ξεκάθαρα, υπάρχει τρόπος διαχείρισης του, αρκεί να έχεις τα κατάλληλα τεχνολογικά επιτεύγματα (coravin, dispensers κλπ), την καλύτερη ομάδα, να ξέρεις να διαχειρίζεσαι τις πωλήσεις σου και φυσικά είσαι έτοιμος ως επιχείρηση να επωμιστείς το οικονομικό κόστος. Αυτό το τελευταίο τιμά τους επιχειρηματίες του Monk γιατί έχει ένα τεράστιο κόστος και το πήραν πάνω τους. Σερβίρουμε το ποτήρι κατά μέσο όρο όσο κοστίζει σε όλα τα wine bar. Ήμασταν οι πρώτοι χρονικά στην Ελλάδα που σέρβιραν πάνω από 250 ετικέτες κρασιού από 18 διαφορετικές χώρες όλες σε ποτήρι. Δεν θα σε πάω στο τότε, θα σε πάω τώρα που έχουν περάσει 5 και κάτι χρόνια. Χθες ήταν εδώ φίλοι επαγγελματίες από άλλα wine bar που πέρασαν, κάθισαν και ήπιαν έξι και επτά διαφορετικά ποτήρια, 75 ml, μισά ποτήρια. Γιατί να μην το κάνεις αυτό το ταξίδι; Γιατί να μην δοκιμάσεις; Οι οινόφιλοι επισκέπτες γνώστες και μη το λατρεύουν αυτό. Και η χαρά τους μου δίνει τεράστια χαρά!»

 

Η λίστα και ο ελληνικός αμπελώνας

Η φετινή λίστα του ΜΟΝΚ αριθμεί περί τις 160 ετικέτες, από αυτές το 60% ανήκει στον ελληνικό αμπελώνα και μάλιστα σχεδόν από όλες τις περιοχές της χώρας. Όταν ρωτάμε τον Βασίλη για τα κριτήρια επιλογής μας λέει:

«Οι λίστες που δημιουργώ έχουν αυτό που εγώ αγαπώ στο κρασί. Είμαι λάτρης του terroir, είμαι λάτρης της εντοπιότητας, είμαι λάτρης της ταυτότητας. Αν έχω 10 ετικέτες ελληνικού αμπελώνα, ένα τυχαίο νούμερο, θα δεις ότι οι οκτώ θα είναι αμιγώς από ελληνικές γηγενείς ποικιλίες και οι άλλες δύο θα είναι από διεθνείς ποικιλίες ή blends ή κάτι άλλο. Πιστεύω πολύ στον ελληνικό αμπελώνα και σε αυτό που δίνει η κάθε χώρα γενικά. Για παράδειγμα το Riesling μου θα είναι Γερμανικό, το Sangiovese μου θα είναι Ιταλικό και όλες οι ποικιλίες μου από 18 χώρες που έχω αυτή τη στιγμή στη λίστα θα αποτελούνται από γηγενείς ποικιλίες. Δεν σνομπάρω ένα καλοφτιαγμένο ελληνικό Sauvignon Blanc ή ένα αξιόλογο ελληνικό Cabernet Sauvignon, αλλά θεωρώ ότι το μέλλον του ελληνικού αμπελώνα είναι οι γηγενείς του ποικιλίες ή σε δεύτερο χρόνο το τι κάνουν αυτές όταν παντρεύονται με διεθνείς ποικιλίες».

Από τους πιο δραστήριους και ανήσυχους επαγγελματίες του χώρου, η οινική δράση του Βασίλη Παπαδόπουλου, δεν σταματά στο Monk…

“Το Monk είναι το σπίτι μου. Πέρα από αυτό τρέχω σταθερά 10 ακόμα χώρους το χρόνο, πέντε στην Αθήνα και πέντε εκτός, κυρίως σε νησιά. Είναι πάντα 10 σε μια σχέση χρόνου και κόπου. Τόσους χωράει ο χρόνος μου και τόσους μπορεί ο κόπος μου να οδηγήσει σε ένα επιτυχημένο αποτέλεσμα. Δεν αναλαμβάνω project που δεν πιστεύω-προλαβαίνω-μπορώ- να οδηγήσω στην επιτυχία. Το νεότερο “παιδί μου” είναι ο Gigifiogos στο Περιστέρι. Με όνομα που θυμίζει παλιά ελληνική αργκό, μοναδική ατμόσφαιρα του μεσοπολεμικού Παρισιού του ’20, με πολύ καλό φαγητό και με 75 ετικέτες κρασιού από 16 διαφορετικές χώρες. Τέλος θα σου πω πως συνεργάζομαι με 2 εκπαιδευτικούς οργανισμούς όπου διδάσκω σε νέα παιδιά τα οποία θέλουν να ασχοληθούν επαγγελματικά με το κρασί ή με άλλες δράσεις όπως Hospitality and Tourism Management.”

 

 

 

«Παρακολουθώ στενά τον ελληνικό αμπελώνα. Αγωνιώ να δω το πώς θα εξελιχθεί ο ελληνικός αμπελώνας μέσα από όλη αυτή τη διαδρομή που έχει κάνει τα τελευταία 20 χρόνια, η οποία είναι διαρκώς ανοδική. Φοβάμαι την πιθανότητα του να επαναπαυθούμε, όμως η μεγαλύτερη ελπίδα είναι στη νέα γενιά. Οι νέοι οινοποιοί έχουν βάλει κάτι καινούργιο. Έχουν βάλει φρεσκάδα. Έχουν βάλει νέα στοιχεία και ιδέες στο κρασί και στο marketing. Το ίδιο η νέα γενιά οινοχόων: είναι το μέλλον. Πρέπει οι μεγαλύτεροι να τους αγκαλιάσουμε, να τους δώσουμε χώρο, και όλοι μαζί σαν μια γροθιά να ανεβάσουμε ακόμα υψηλότερα το κρασί και το επάγγελμά μας», μας λέει χαρακτηριστικά και καταλήγει:

«Πρέπει να δημιουργήσουμε ένα νέο πρόσωπο εντός και εκτός Ελλάδος. Μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλο μας, για πολλά χρόνια τρέχαμε στο εξωτερικό παραμάσχαλα με Merlot και Chardonnay να δοκιμάσουν ο ξένοι και να κερδίσουμε την εκτίμηση τους. Σχεδόν πάντα γυρίσαμε με στραπατσαρισμένα τα μούτρα πίσω. Ναι ή όχι; Στη συνέχεια όμως επενδύσαμε στο ελληνικό σταφύλι, καταφέραμε να ενωθούμε μέσα από εκθέσεις και να βγούμε οργανωμένα προς τα έξω υποστηρίζοντας ο ένας τον άλλο. Στηρίξαμε σωστά την αξία του ελληνικού προϊόντος, το οποίο πλέον έχει ταυτότητα και δεν μπορούσε να συγκριθεί με ξένα προϊόντα ή όταν μας σύγκριναν το έκαναν κολακευτικά. Τότε φυσικά είχε νόημα. Αυτό περιμένω να δω και στη συνέχεια. Το να σου πω ότι περιμένω μετά το Ασύρτικο να δω το Βιδιανό να παίρνει αυτό το χαρακτήρα ή ότι περιμένω να δω την Κυδωνίτσα ή το Μούχταρο, ναι. Από όλες τις Ελληνικές ποικιλίες, μικρές ή μεγάλες, περιμένω να βρουν την θέση που τους αξίζει στον παγκόσμιο οινικό στερέωμα. Περιμένω να ανεβούν, να δούμε καινούργια πράγματα, νέες ποικιλίες, νέες οινοποιήσεις, νέες πολιτιστικές και τουριστικές δράσεις με βάση το ελληνικό κρασί και την ελληνική γαστρονομίας, νέες προωθητικές ενέργειες και νέες στρατηγικές marketing που θα μας εξυψώσουν ως σύνολο. Να τραβήξουμε τα όρια του ουρανίσκου μας σε νέα μονοπάτια χωρίς να ξεφεύγουμε από ένα αποτέλεσμα, στο το οποίο θα μυρίζουμε και θα γευόμαστε Ελλάδα».

Πως θα ήθελες να κλείσουμε αυτή την συζήτηση;

«Με μια συμβουλή που δίνω πάντα… Να διαλέγετε ανθρώπους και κρασιά που κάνουν την καρδιά σας να χτυπά δυνατά!».

 

Κοινοποιήστε το:
Share on Facebook
Facebook
Tweet about this on Twitter
Twitter
Share on LinkedIn
Linkedin
Print this page
Print
Email this to someone
email
Pin on Pinterest
Pinterest

You may also like