Θωμάς Λίγας: Ακούω τον γοργό βηματισμό των νέων και κάνω στην άκρη

by GreekCellar
162 views
Κοινοποιήστε το:
Share on Facebook
Facebook
Tweet about this on Twitter
Twitter
Share on LinkedIn
Linkedin
Print this page
Print
Email this to someone
email
Pin on Pinterest
Pinterest

Συνήθως οι συνεντεύξεις ξεκινούν με έναν μικρό πρόλογο που περιγράφει το πρόσωπο που παραχώρησε τη συνέντευξη, τον χώρο που έγινε αυτή ή κάτι τέλος πάντων χαρακτηριστικό για να μπει ο αναγνώστης στο κλίμα. Σε αυτό το κείμενο, επέλεξα να βάλω απλά μια παράγραφο από όσα μας είπε ο Θωμάς Λίγας, που σίγουρα θα σας κάνει να διαβάσετε και τη συνέχεια.

«Να προσέχουμε και να αφήνουμε τόπο στη νέα γενιά. Έχει πολλά πράγματα στο μυαλό της, έχει πολλά πράγματα να δώσει και τα δίνει. Να μην φερόμαστε εγωιστικά στους νέους. Πολύ σημαντικό αυτό. Εγώ τώρα που μεγάλωσα, είμαι 60αρης, ακούω τον γοργό βηματισμό των νέων από πίσω μου και κάνω στην άκρη, γιατί προσπερνάνε και προσπερνάνε με ταχύτητα και είναι καλό να αφήσουμε χώρο στους νέους».

Πότε ξεκίνησε η ενασχόλησή σας με το κρασί; Υπήρχε κάποια οικογενειακή παράδοση;
Δεν υπήρχε καμία οικογενειακή παράδοση πέραν της σχέσης μου με τη γεωργία. Η σχέση μου ξεκίνησε όταν άρχισα να σπουδάζω στη Γαλλία οινολογία. Αρχικά σπούδασα βιοχημεία και στη συνέχεια ακολούθησα τον κλάδο της οινολογίας και σπούδασα στο Μονπελιέ.

Πώς ήταν η γνωριμία σας με τον κόσμο του κρασιού;
Ήταν μάλλον χαραγμένο στο υποσυνείδητό μου να ακολουθήσω μια επιστήμη εφαρμοσμένη και ήταν αυτό που μάλλον με οδήγησε εκεί. Είναι μεγάλη η χαρά μου που διάλεξα αυτό τον κλάδο, είναι ένα αντικείμενο που μεταβάλλεται διαρκώς και με εμπλουτίζει διαρκώς. Με εκπλήσσει διαρκώς και με γεμίζει διαρκώς.

Τι ήταν αυτό που σας έκανε να επιστρέψετε στην Ελλάδα και να μην ακολουθήσετε μια καριέρα οινολόγου στη Γαλλία;
Το υποσυνείδητο με οδήγησε πάλι πίσω στην Ελλάδα, δεν ήταν δύσκολο να μείνω στη Γαλλία με δεδομένο ότι είχα ήδη γνωρίσει και τη μετέπειτα γυναίκα μου. Ίσως λοιπόν το υποσυνείδητο και λιγότερο το «νόστιμον ήμαρ».

Επιστρέφετε στην Ελλάδα. Τα πρώτα χρόνια πώς είναι; Οι πρώτες δυσκολίες;
Όταν είσαι νέος όλα είναι μια χαρά μπροστά σου, μπορεί να είναι δύσκολα αλλά τα υπερβαίνεις εύκολα. Ερχόμουν σε μια παρθένα κατάσταση καθώς μέχρι τότε την οινολογία την ασκούσαν οι γεωπόνοι και οι χημικοί, επομένως είχα ένα περιθώριο μεγάλο. Ήμασταν πολύ λίγοι οι πρώτοι οινολόγοι που είχαμε έρθει στην Ελλάδα. Ασχολήθηκα έναν χρόνο με κάποιες χωρικές οινοποιήσεις στη «γειτονιά» της Θεσσαλονίκης, δηλαδή Γουμένισσα, Νάουσα, Γιαννιτσά. Στη συνέχεια με προσέλαβαν στην εταιρεία Τσάνταλη και έτσι ξεκίνησε η επαγγελματική μου συγκροτημένη καριέρα. Εκεί δούλεψα τέσσερα χρόνια και μετά πήγα στον τομέα marketing και εμπορίας του συνεταιρισμού ΒΑΕΝΙ Νάουσα και ταυτόχρονα ξεκίνησα τη δική μου παραγωγή.

Με ποιες ποικιλίες ξεκινήσατε;
Εκείνη την εποχή ήταν πολύ φτωχός ο ελληνικός αμπελώνας γιατί υπήρχαν πολύ λίγες ποικιλίες με τις οποίες θα μπορούσαμε να πούμε ότι θα κάναμε ένα εύκολο «παιχνίδι» και ήμασταν από εκείνους που επικροτήσαμε τη φύτευση ευρωπαϊκών ή διεθνών ποικιλιών, όπως είναι το Merlot, το Chardonnay, το Sauvignon γιατί δεν υπήρχε οργανωμένο σύστημα φυτωρίων για να ανατρέξουμε στις ελληνικές ποικιλίες. Επίσης δεν υπήρχε και οινική κουλτούρα στον καταναλωτή τη δεκαετία του ’80 και έπρεπε παράλληλα να μορφώσουμε και τον καταναλωτή. Επειδή λοιπόν το χρήμα έρεε άφθονο τότε στην αγορά, είχαν ευτυχώς ευήκοον ους οι καταναλωτές και έτσι το μορφωτικό επίπεδο των καταναλωτών σε ό,τι αφορά το κρασί άρχισε να δομείται. Όλο αυτό ήταν μια τεράστια πρόκληση που υποστήκαμε όλοι, ότι δηλαδή ο καταναλωτής του κρασιού εγκατέλειπε την κατηγορία του «βάλε κάτι να πιω κι ας είναι ό,τι να ‘ναι» και πέρασε στο επώνυμο, το ετικεταρισμένο, ίσως και ξενόφερτο, ένα Cabernet, ένα Merlot. Ήταν ένα καινούργιο περιβάλλον, ένας καινούργιος πλανήτης. Σε αυτή την πρόκληση λοιπόν ήμουν κι εγώ μέσα σε αυτή τη δίνη. Την επηρέασα όσο με επηρέασε. Κάποια στιγμή μέσα σε αυτό το μικρό χρονικό διάστημα βλέπεις όμως να ξεχωρίζει η ήρα από το σιτάρι, το εμπόριο να ακολουθεί τους δρόμους του moneymaker και όχι του winemaker και εκεί προσκληθήκαμε και προκληθήκαμε όλοι, έμποροι, οινολόγοι, οινοποιοί, καταναλωτές να αποφασίσουμε με ποιους θα πάμε και ποιους θα αφήσουμε κι εγώ αποφάσισα να καβαλήσω το άρμα των ελληνικών ποικιλιών, της καινούργιας πρότασης που πρέπει να δώσουμε στον Έλληνα καταναλωτή και μετά στον διεθνή καταναλωτή. Έτσι προέκυψε να ασχολούμαι πολύ γρήγορα με τον Ροδίτη και με το Ξινόμαυρο. Με το Ξινόμαυρο ασχολήθηκαν και άλλοι, αλλά με τον Ροδίτη οφείλω να ομολογήσω ότι είμαι αν όχι ο πρώτος, από τους πρώτους που ετικετάρισε κρασί και φιγούραρε η λέξη «Ροδίτης» σε ετικέτα ελληνικού κρασιού. Μετά με ακολούθησε ο Ρούβαλης με το «Ασπρολίθι» αλλά η δική μου ετικέτα ήταν που έγραφε «Ροδίτης». Τον Ροδίτη τον «καβάλησα» και είμαι ευτυχής που τον οδήγησα σε κάποια άλλα μονοπάτια. Δεν είναι υπερφίαλο να πω ότι ο «Ροδίτης» Κτήμα Λίγας φιγουράρει σε κεντρικά εστιατόρια του Παρισιού. Είναι ένα κατόρθωμα.

Βλέπουμε ότι σιγά – σιγά παλιοί και καινούργιοι οινοποιοί μπαίνουν σε αυτή την διαδικασία να πιστέψουν στις ελληνικές ποικιλίες. Εσείς ως ένας από τους πρωτοπόρους, πιστεύετε ότι εκεί είναι το δυνατό χαρτί του ελληνικού κρασιού;
Προφανώς και αναντίρρητα. Προφανώς αυτό είναι το δυνατό χαρτί. Αυτές οι ποικιλίες άντεξαν στον χρόνο, χωρίς παραμύθια. Η πραγματικότητα μιλάει. Γιατί άντεξαν; Γιατί είχαν κάτι πάνω στο κομμάτι τους, πάνω στον εαυτό τους. Αυτό το κάτι εάν κατέχεις το αντικείμενο, το έχεις σπουδάσει, πρέπει να το ανακαλύψεις. Δηλαδή γιατί να μην «ξεζουμίσω» τον Ροδίτη σε ερευνητικό επίπεδο; Και μην φανταστείτε, εργαστήρια και έρευνες επιστημονικού περιεχομένου, μιλάω για έρευνες τεχνικού περιεχομένου. Εκεί ευτυχώς ασχολήθηκαν και άλλοι συνάδελφοι και προφανώς η αναγκαιότητα του να δώσουμε κάτι ξεχωριστό από αυτό που δίνει το παγκόσμιο αμπελουργικό στερέωμα ήταν να ασχοληθούμε με τις ελληνικές ποικιλίες. Έτσι φάνηκε και το Ασύρτικο – το οποίο πρωτοστατεί τώρα με τη Σαντορίνη μπροστά – έτσι φάνηκε το Ξινόμαυρο, το Αγιωργίτικο, το Μοσχοφίλερο, ο Ροδίτης, η Κυδωνίτσα, η Λημνιώνα, το Μαυροτράγανο, το Βιδιανό, το Πλυτό, δηλαδή βγαίνουν έξω ποικιλίες γηγενείς. Πρέπει να ασχοληθούν και οι τεχνικοί πιο σοβαρά γιατί δεν σημαίνει ότι έχεις μια ελληνική ποικιλία και είναι καλό το κρασί. Η οινοποίησή της είναι αυτή που θα «μιλήσει» στο καταναλωτικό κοινό και θα αποκτήσει την προστιθέμενη αξία.

Τι συμβαίνει με το brand name της Ελλάδας στο εξωτερικό;
Κατ’ αρχήν να πούμε ότι το ελληνικό κρασί έχει στρατηγικό σχέδιο και δεν πάει όπου να ‘ναι. Όποιοι το ακολουθήσουν θα οδηγηθούν σε καλά μονοπάτια, εμπορικού τουλάχιστον χαρακτήρα. Εγώ ακολούθησα το σχέδιο και τον ίδιο δρόμο ακολουθούσα και παλαιότερα. Με αυτό τον τρόπο κατάφερα να έχω έτοιμες προτάσεις για το εξωτερικό. Τα φυσικά κρασιά. Ο Έλληνας βρίσκεται ακόμη σε σχετική δυσκολία να καταναλώσει φυσικά κρασιά. Ακόμη χειρότερα που η κρίση δεν του επιτρέπει να πληρώσει εύκολα τέτοιου τύπου κρασιά. Έτσι εμείς εδώ στο Κτήμα Λίγας οδηγηθήκαμε σχεδόν αυτόματα στις εξαγωγές μιάς και εκεί το καταναλωτικό κοινό είναι «έτοιμο» σε τέτοιες προτάσεις. Προσοχή, το σχέδιο όμως δεν προτείνει μόνο ελληνικές ποικιλίες, προτείνει και ειδικού τύπου κρασιά, αυτά που θα συμπληρώσουν την γκάμα των άλλων προτάσεων που υπάρχουν από την υπόλοιπη υφήλιο. Δηλαδή δεν μπορείς να πας με μια πρόταση Cabernet και να έχεις αξιώσεις στις ΗΠΑ, στον Καναδά, στη Γαλλία. Θα πας με «ειδικές» ποικιλίες, με βιολογικής προέλευσης σταφύλια κάτι που προτιμείται πάρα πολύ. Χρειάζεται μια στωικότητα, ένα βάθος όρασης, είναι σαν να κάνουμε ποδήλατο, δεν κοιτάμε τον τροχό, κοιτάμε τον δρόμο. Έτσι είναι το κρασί. Κι αν δεν το δούμε σε αυτή τη βάση και πάμε να μετατραπούμε σε moneymaker, θα αποτύχουμε. Το ζητούμενο λοιπόν είναι να σχεδιάζω σωστά, να βλέπω μακριά, να εδράζω τους σχεδιασμούς μου σε πρόγραμμα και να τους ακολουθώ πιστά χωρίς να παρεκκλίνω από την πορεία μου γιατί αυτή την πιστότητα θέλει ο καταναλωτής και τη βρίσκει σχεδόν μόνιμα πάνω σε αυτό που έχεις χτίσει, και αυτό απαιτεί σοβαρότητα.

Πώς ξεκινήσατε τη βιοκαλλιέργια και πως προχωράει όλο αυτό;
Κατ’ αρχήν αυτή η επιλογή ήταν μια αναγκαιότητα και μια ας το πούμε ιδεολογικού χαρακτήρα ενόραση. Δηλαδή δεν μπορεί να έχουμε κρασιά «στρατιωτάκια» τα οποία τα συντάσσουμε και με μια κοινή στολή να έχουν μια πορεία. Πρέπει να αποκτήσουν το terroir, πρέπει να αποκτήσουν το προφίλ του τόπου, του δημιουργού και των συνθηκών, που επικρατούν σε αυτό τον τόπο. Εάν ξεκινήσουμε έτσι αρχίζουμε και σκεφτόμαστε: «γιατί να επηρεάζω εγώ το οικοσύστημα; Τι πρέπει να κάνω; Να το ελέγξω. Δεν θα το αντικαταστήσω. Άρα λοιπόν δεν θα βάλω λίπασμα, θα λιπάνω με τον τρόπο που λιπαίνει η φύση. Άρα δεν θα βάλω χημικά για να αλλάξω την πορεία της φύσης, γιατί αυτό θέλω να πάρω στο σταφύλι». Αυτό που θα βρούμε στο κρασί είναι η «γλώσσα» της ρίζας και του φυτού, που αναπνέει, που αναπτύσσεται πάνω στο terroir. Αυτό για να το αποδώσω εγώ στο ποτήρι, πρέπει να ακολουθήσω πιστά τις δικές του εντολές, να είμαι δίπλα του και όχι από πάνω του. Πέρα λοιπόν από τη βιολογική καλλιέργεια εμείς θέλουμε να πάμε σε αυτό που ονομάζεται “more than organic” γιατί για παράδειγμα το βιολογικό δεν σου απαγορεύει να λιπάνεις με κάποια λιπάσματα που είναι βιολογικού χαρακτήρα όπως είναι το άζωτο ας πούμε. Εγώ δεν θέλω να δώσω ούτε αυτό το άζωτο, εγώ θέλω να κάνω τη φύση να το δώσει αυτό όταν το χρειαστεί και αυτές είναι οι δικές μου ανησυχίες. Ευτυχώς που σε αυτό ήρθαν αρωγοί και παρήγοροι τα παιδιά μου, τα οποία σπούδασαν το αντικείμενο και ήρθαν με τέτοιες ιδέες και οράματα δηλαδή εάν δεν κάνουμε αυτό δεν κάνουμε τίποτα και ήρθε να «κουμπώσει» αυτή η αρχική κατάσταση και να υπερμεγεθυνθεί στο natural. Όλα τα κρασιά μας από το αμπέλι μέχρι και την εμφιάλωση ακολουθούν την επιταγή της φύσης, δηλαδή δεν κάνουμε τίποτα εμείς παρά να το οδηγήσουμε με τους τεχνολογικούς μας τρόπους εκεί όπου αυτά εκφράζονται καλύτερα. Θειώδες ας πούμε μπορεί να βάλουμε μόνο στο τέλος κατά την εμφιάλωση και μόνο σε εξαιρετικά μικρή ποσότητα. Δεν είναι απαραίτητο, εκφράζονται φυσικότερα τα κρασιά χωρίς αυτό.

Υπάρχει πιστεύετε μυστικό της επιτυχίας;
Το μυστικό είναι να θεωρήσουμε ότι η φύση είναι πιο μεγάλη από εμάς και να την ακολουθήσουμε, να μην φερθούμε εγωιστικά, γιατί θα μας εκδικηθεί και μας εκδικείται σε κάθε περιπτώσεις. Εγώ έχω κάνει αυτή την επιλογή, χαίρομαι που βγάζω το μεροκάματό μου, θα κάνω με σοβαρότητα τα προϊόντα μου για να απολαύσω πρώτον την ευτυχία της δημιουργίας και δεύτερον τα προς το ζην.

Για τα επόμενα χρόνια τι σχεδιάζετε στο Κτήμα Λίγα;
Στα επόμενα χρόνια αυξάνουμε τις ποσότητές μας καλλιεργώντας με τους ίδιες μεθόδους νέα αμπέλια χωρίς να παρεκκλίνουμε από τον στόχο. Πάλι με τη ίδια μεθοδολογία, πάλι για να παράξουμε τους ίδιους τύπους κρασιών που εδράζονται στις ελληνικές ποικιλίες, Ροδίτης, Ξινόμαυρο, Ασύρτικο, Κυδωνίτσα και η Λημνιώνα και άλλες και πάντα με τους μόνιμους πειραματισμούς μας. Η νέα γενιά που αναλαμβάνει τα ηνία σιγά – σιγά, ο γιος μου και η κόρη μου θα σχεδιάσουν και εκείνοι τα δικά τους και θα βάλουν ακόμα περισσότερο τη δική τους ταυτότητα την επόμενη πενταετία.

Μιλήστε μας λίγο για το ΣΔΟΕ.
Όταν διαπιστώνεις στην ομήγυρή σου ότι υπάρχουν οινοποιοί, που έχουν παιδιά δίδυμα και είμαστε ουκ ολίγοι, το προσλαμβάνεις αλλιώς, θα κάνεις και λίγο πλάκα. Δεν είναι μόνο το εμπόριο, δεν είναι μόνο η παραγωγή, είναι να κάνουμε και μια γιορτή βρε αδελφέ. Ξαφνικά βλέπεις ότι μπορείς να έχεις μια κλωστή που σε ενώνει. Εγώ επειδή είμαι δίδυμος και έχω παιδιά δίδυμα κάλεσα τους διδυμότεκνους συναδέλφους μου να κάνουμε έναν άτυπο σύλλογο, τον Σύλλογο Διδυμότεκνων Οινοποιών Ελλάδας, που τα αρχικά του είναι ΣΔΟΕ και θυμίζουν φυσικά την γνωστή οικονομική υπηρεσία, που ενώ εκείνη ρίχνει συνέχεια πρόστιμα, εμείς το ρίχνουμε στα τραγούδια και στους χορούς.! Πλάκα δεν έχει;

Κοινοποιήστε το:
Share on Facebook
Facebook
Tweet about this on Twitter
Twitter
Share on LinkedIn
Linkedin
Print this page
Print
Email this to someone
email
Pin on Pinterest
Pinterest

You may also like