Θάνος Ντούγκος: Χρειαστήκαμε υπομονή και επιμονή

by GreekCellar
203 views
Κοινοποιήστε το:
Share on Facebook
Facebook
Tweet about this on Twitter
Twitter
Share on LinkedIn
Linkedin
Print this page
Print
Email this to someone
email
Pin on Pinterest
Pinterest

Η συνέντευξη με τον Θάνο Ντούγκο ήταν από εκείνες που λόγω της απόστασης και του φόρτου εργασίας γίνονται ξαφνικά και με τη βοήθεια της τεχνολογίας. Η επικοινωνία έγινε γρήγορα μέσω διαδικτύου και λίγα λεπτά αργότερα – μιας και τον είχαμε βρει μακρυά από αμπέλια και οινοποιείο – ξεκινούσε η συνέντευξη.

Πότε ξεκινάει η πορεία σας στο κρασί;
Επαγγελματικά η ενασχόλησή μου με το κρασί ξεκινάει το 1996. Η φύτευση των αμπελώνων στη Ραψάνη έγινε το 1991 και το πρώτο κρασί έγινε το 1994 όταν έγινε και το οινοποιείο. Η οικογένειά μου είχε σχέση με τον κλάδο από την πλευρά του πατέρα της μητέρας μου. Με τον νονό μου είχαν δημιουργήσει το πρώτο φυτώριο αμπέλου στη Λάρισα το οποίο ήταν ένα από τα τέσσερα που είχαν γίνει στην Ελλάδα. Υπήρχαν τρία στη Θεσσαλονίκη και ένα στη Λάρισα. Δηλαδή είμαστε τρίτη γενιά στο φυτώριο και πρώτη στην οινοποίηση.

Ποιες ήταν οι δυσκολίες που αντιμετωπίσατε;
Ο νομός της Λάρισας δεν αποτελούσε οινική πιάτσα πηγαίναμε στις εκθέσεις σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη όπως κάθε καινούργιο οινοποιείο να βρούμε πελάτες και δεν υπήρχε ανταπόκριση γιατί θεωρούσαν ότι η Λάρισα δεν μπορούσε να δώσει ποιοτικά κρασιά. Αυτό όμως με υπομονή, επιμονή και με τα χρόνια άλλαξε διότι άρχισε να πείθεται ο κόσμος για την ποιότητα των προϊόντων. Κι έτσι αρχίσαμε να μπαίνουμε με σταθερά βήματα στην αγορά της Αθήνας και της βόρειας Ελλάδας. Άλλη δυσκολία ήταν στο οικονομικό κομμάτι καθώς όλα έγιναν από το μηδέν με δάνεια από τις τράπεζες, διότι όπως ξέρετε για να στηθεί μια αμπελουργική εκμετάλλευση απαιτούνται αρκετά μεγάλα κεφάλαια.

Πως επιλέξατε τις ποικιλίες που φυτέψατε;
Η δουλειά του φυτωρίου μας έδινε ένα αβαντάζ όσο αφορά τη συμπεριφορά των ποικιλιών. Ξεκινάγαμε από μια βάση εμπειρίας αρκετά καλή, οπότε πήγαμε σε ποικιλίες που πιστεύαμε. Είμαστε το πρώτο οινοποιείο στην Ελλάδα που φύτεψε Λημνιώνα, βάλαμε πρώτη φορά Ασύρτικο στον Όλυμπο, τότε το Ασύρτικο δεν είχε τη δόξα και την προβολή που έχει σήμερα, φυσικά Ξινόμαυρο, Κρασάτο και Σταυρωτό γιατί βρισκόμαστε σε μια ζώνη ΠΟΠ την περιοχή της Ραψάνης. Τα 2 κομμάτια τα αγοράσαμε έτοιμα, δηλαδή έτοιμους αμπελώνες διότι γνωρίζαμε πως για να βγάλεις καλό Ξινόμαυρο πρέπει να έχεις μεγάλης ηλικίας αμπέλια. Συν τις γαλλικές ποικιλίες όπως το Syrah που γνωρίζαμε ότι είναι η πλέον ευπροσάρμοστη ποικιλία στη χώρα μας και Ροδίτη Αλεπού, τον οποίο επίσης πιστεύαμε πολύ και ξέραμε τα αποτελέσματά του από πελάτες μας αμπελουργούς.

Υπάρχει η συνταγή ελληνικές – διεθνείς ποικιλίες;
Επειδή είμαστε τυχεροί που είμαστε σε μια χώρα με καλές γηγενείς ποικιλίες, σαφώς πρέπει να στηριχθούμε κατά βάση σε αυτές για να μπορέσουμε να μπούμε σε ξένες αγορές στόχους διότι θεωρώ ότι η Ελλάδα είναι πάρα πολύ μικρή χώρα για να μπορέσει να σηκώσει την ποιότητα των κρασιών η οποία παράγεται τα τελευταία 15 χρόνια. Αυτό φάνηκε ξεκάθαρα μετά το 2008 όταν ήρθε η κρίση, που όλοι οι συνάδελφοι άρχισαν να στρέφονται σε ξένες αγορές για να μπορέσουν να διαθέσουν την παραγωγή τους. Κατά τα ψέματα ο μέσος καταναλωτής δεν μπορεί να σηκώσει την παραγωγή των ακριβών επώνυμων ποιοτικών κρασιών. Βέβαια και οι διεθνείς ποικιλίες καλό είναι να υπάρχουν γιατί έχουμε αποδείξει ότι μπορούμε να κάνουμε καλά κρασιά από διεθνείς ποικιλίες σε πολύ υψηλά ποιοτικά στάνταρ.

Ποιες είναι οι ετικέτες σας και που εξάγεται;
Τα 2 κρασιά ΠΟΠ Ραψάνη έχουν την μερίδα του λέοντος, καθώς και το λευκό από sauvignon και ροδίτη αλεπού. Καλά πάει και η σειρά Μεθ΄υμών στον βαθμό που το επιτρέπει η περιορισμένη παραγωγή τους.

Που εκτιμάται ότι πάσχουν οι ελληνικές εξαγωγές;
Πάσχουμε πάρα πολύ στο marketing. Αν εξαιρέσουμε 10 – 15 μεγάλες εταιρίες, οι οποίες είναι στελεχωμένες από ανθρώπους εξειδικευμένους πάνω στις εξαγωγές και το εμπόριο, ειδικά στο marketing, το 85% – 90% των ελληνικών οινοποιείων είναι μικρά οινοποιεία συνήθως οικογενειακής μορφής, οπότε δεν μπορούν αυτοί οι άνθρωποι να είναι καλοί και στο αμπέλι, καλοί και στην πώληση, καλοί και στην οινοποίηση. Αυτό το one man show είναι δύσκολο να το διαχειριστεί μια επιχείρηση. Αυτή τη στιγμή το επίπεδο των ελληνικών κρασιών δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από οποιαδήποτε άλλη οινοπαραγωγό χώρα του πλανήτη. Αλλά σίγουρα μας λείπει η υστεροφημία και το status.

Τι πρέπει να περιμένουμε από το οινοποιείο Ντούγκου;
Να περιμένετε κάθε χρόνο και καλύτερα κρασιά. Αυτός είναι ο στόχος μας.

Κοινοποιήστε το:
Share on Facebook
Facebook
Tweet about this on Twitter
Twitter
Share on LinkedIn
Linkedin
Print this page
Print
Email this to someone
email
Pin on Pinterest
Pinterest

You may also like