Ποιος παλαιώνει;

by GreekCellar
114 views
Κοινοποιήστε το:
Share on Facebook
Facebook
Tweet about this on Twitter
Twitter
Share on LinkedIn
Linkedin
Print this page
Print
Email this to someone
email
Pin on Pinterest
Pinterest

Γράφει ο Γιάννης Παπαργυρίου

Κατά την παρουσίαση της Trinity Wines είχα την ευκαιρία να ανταλλάξω απόψεις με τον Γιάννη Βασιλειάδη, ιδιοκτήτη της κάβας Λίθοινο και του εστιατορίου Private 16 στη Σαρωνίδα. Ο Γιάννης είναι από τους ανθρώπους που βλέπουν μπροστά και τον ακούω πάντα με προσοχή, ακόμα και αν διαφωνούμε, όπως έγινε χθες, για το θέμα της παλαίωσης των κρασιών (κυρίως για τα ερυθρά), και ποιος είναι υπεύθυνος γι’ αυτό, ο οινοποιός, ο έμπορος (δίκτυο, χονδρέμπορος, καβίστας, εστιάτορας) ή ο τελικός καταναλωτής. Θα αναπτύξω εδώ το δικό μου σκεπτικό.

Προσωπική μου άποψη είναι ότι ο κύριος υπεύθυνος για την παλαίωση δεν μπορεί να είναι ο οινοποιός, τουλάχιστον υπό τις παρούσες συνθήκες στην Ελλάδα. Αν θεωρήσουμε ότι έχουμε ως πρότυπο τα κρασιά του Μπορντό, βλέπουμε ότι εκεί η πώληση (και βεβαίως η είσπραξη χρημάτων) από τον οινοποιό αρχίζει μόλις 9 μήνες μετά τη συγκομιδή, μέσω της διαδικασίας της προπώλησης ή en primeur. Αυτό δίνει στα οινοποιεία τεράστια ρευστότητα, αν σκεφτεί κανείς και τους τόκους που γλυτώνουν. Δεκαοκτώ μήνες μετά τον τρύγο εμφιαλώνουν, και περίπου 24 μήνες μετά τον τρύγο αρχίζουν να πωλούν. Ως τότε είναι πιθανό να έχουν προεισπράξει όλο το ποσό από την πώληση του κρασιού. Είναι το κρασί του Μπορντό έτοιμο να το πιεις τότε; Εννοείται πως όχι, θέλει συνήθως 4-5 χρόνια ακόμα για να φτάσει στο βέλτιστο σημείο, κάποια μάλιστα από τα κορυφαία σατό (π.χ. Ausone, Lafleur, Petrus)θεωρούν ότι πριν τη δεκαπενταετία δεν πρέπει να πιεις τα κρασιά τους, εφ’ όσον επιζητείς τη μέγιστη απόλαυση. Επιπλέον, οι τιμές που πωλούν είναι πολλαπλάσιες των τιμών των ελληνικών κρασιών.

Ερχόμαστε τώρα στη χώρα μας, όπου γίνονται τα πρώτα βήματα προς τη δημιουργία ονόματος (brand name), όπου οι οινοποιοί υφίστανται τεράστιες πιέσεις από τους φόρους, τα υψηλά επιτόκια, την έλλειψη χρηματοδότησης από τις τράπεζες κλπ. . Πώς θα μπορέσει ένας οινοποιός να αντέξει και να πει «τρία χρόνια το κρατάω στην αποθήκη μου», ειδικά όταν η ζήτηση είναι επιτακτική από την αγορά; Βλέπουμε ότι οι κορυφαίες Νάουσες (από το ταννικό και «δύσκολο» Ξινόμαυρο) κυκλοφορούν πλέον 16-18 μήνες μετά τον τρύγο, οι Νεμέες στους 12-14 μήνες. Προφανώς τα κρασιά δεν είναι έτοιμα, όμως οι παραγωγοί αδυνατούν να καλύψουν το κόστος της παλαίωσης. Ένας άλλος παράγοντας είναι το κόστος που θα προέκυπτε αν οι οινοπαραγωγοί παλαίωναν οι ίδιοι τα κρασιά τους. Θα ήταν η αγορά πρόθυμη να πληρώσει ένα έξτρα κόστος 20-30% για μια φιάλη έτοιμη να την πιεις; Πιστεύω πως όχι, με εξαίρεση λίγους.

Τι πρέπει να γίνει; Νομίζω ότι υπάρχουν δυνατότητες αποθήκευσης σε συντηρητές για κατανάλωση στο σπίτι, όσο για το εστιατόριο πιστεύω ότι η επένδυση σε κάποιες φιάλες είναι μονόδρομος. Θυμάμαι μια συνέντευξη του FnB manager του διάσημου ξενοδοχείου Άντλον στο Βερολίνο, όπου έλεγε ότι η αξία των κρασιών στην αποθήκη τους ήταν της τάξης των 20 εκατομμυρίων ευρώ, αφού είχαν «κάθετες» όλων των σημαντικών οίκων καθώς και «μεγάλα μεγέθη». Δε θα πάμε βέβαια σε τέτοιου αριθμούς, αλλά μια επένδυση στις αναδυόμενες μεγάλες φιάλες του ελληνικού αμπελώνα δε θα πάει χαμένη. Σε κάθε περίπτωση βέβαια, και οι οινοποιοί οφείλουν να κρατούν φιάλες ώστε να βλέπουμε (και να βλέπουν οι ίδιοι) σε βάθος χρόνου τη δουλειά τους και να εξάγονται χρήσιμα συμπεράσματα.

Κοινοποιήστε το:
Share on Facebook
Facebook
Tweet about this on Twitter
Twitter
Share on LinkedIn
Linkedin
Print this page
Print
Email this to someone
email
Pin on Pinterest
Pinterest

You may also like