Οι «ανεύθυνες ελίτ» και οι ευθύνες των οινολόγων*

by GreekCellar
237 views
Κοινοποιήστε το:
Share on Facebook
Facebook
Tweet about this on Twitter
Twitter
Share on LinkedIn
Linkedin
Print this page
Print
Email this to someone
email
Pin on Pinterest
Pinterest

Γράφει ο Θάνος Καραθάνος

Στις αρχές της δεκαετίας του 60, ο Ουμπέρτο Έκο, μελετώντας τις έρευνες του Αλμπερόνι για τον βεντετισμό και τις νέες ελίτ που διαμορφώνονταν, με την –από τότε- μεγάλη επιρροή των ΜΜΕ, χαρακτήριζε ως «ελίτ χωρίς ευθύνες», άτομα χωρίς καμιά θεσμική δύναμη, τα οποία επομένως δεν καλούνται να δώσουν λόγο για τη στάση τους ενώπιον της κοινότητας, οι κινήσεις τους ωστόσο προτείνονται ως πρότυπα και τα λόγια τους επηρεάζουν τη συμπεριφορά της. Ο χαρακτηρισμός αυτός σήμερα, με την έκρηξη της εικόνας, της πληροφορίας (κάθε μορφής), της παντοδυναμίας των μέσων άρα και των κάθε λογής εκφραστών τους, αλλά και της συνειδητοποίησης από όλους της γνωστής ρήσης του Άντυ Γουώρχολ περί δεκαπενταλέπτου δημοσιότητας, ακούγεται πλέον αθώος, αλλά σίγουρα προφητικός: Μόνο που η ανευθυνότητα έχει αντικατασταθεί από την πλήρη αφασία!

Όμως όλα αυτά δε θα είχαν καμία σημασία, ούτε θα τα συνέδεα με το κρασί και δη το ελληνικό και τον εσωστρεφή μικρόκοσμό του, αν δε ξανάκουγα, αποδομημένο, τον ίδιο όρο, από  τα χείλη επιφανών συναδέλφων, οι οποίοι εκτός των παραπόνων τους, μου υπενθύμιζαν την (ξεχασμένη) ιδιότητα με την οποία υπογράφω σήμερα.

Ο ένας μου μίλησε απαξιωτικά, για μία «ελίτ δήθεν ειδικών» που λένε, γράφουν, κρίνουν, επικρίνουν, οτιδήποτε τους καπνίσει (δηλαδή κάνουν …fumé κριτική, όπως λέμε κίτρινος τύπος; τον ρώτησα χωρίς να πάρω απάντηση). Ο άλλος γκρίνιαξε για κάποιους «ανεύθυνους», που με ύφος 40 masters of wine και χωρίς κανέναν ενδοιασμό και κόστος, αυτοπροβαλλόμενοι, «θάβουν» δημοσία θέα αλλά ιδιωτική δαπάνη, κρασιά, κόπους και όνειρα. Να λοιπόν, πώς ξεφύτρωσε ο περιβόητος χαρακτηρισμός «ανεύθυνες ελίτ» μες στα αμπελοχώραφά μας.

Η (υποκειμενική) αλήθεια είναι ότι αυτά, τα οποία παρεμπιπτόντως μουρμουρίζονται από την πλειοψηφία, όχι μόνο των συναδέλφων αλλά και των παραγωγών (κατ’ αρχήν ή …κατ’ άρθρον), μου ακούγονται άλλο τόσο ανεύθυνα και ολίγον ελιτίστικα, όσον αφορά τη μη αποδοχή οποιασδήποτε κριτικής. Γιατί κρασιά από αμπέλια φτιάχνουμε, όχι από κληματαριές για να μη τις φτάνει η αλεπού…

Το θέμα όμως δεν είναι τι πιστεύει ο καθένας, αλλά τι γίνεται. Προφανώς υπάρχουν ελίτ στο κρασί. Και βέβαια υπάρχουν ανεύθυνοι. Άλλοι από αυτούς μπορεί να ’ναι δημοσιογράφοι, οινοχόοι, καβίστες. Αλλά και παραγωγοί. Και, αναπόφευκτα, οινολόγοι. Ο ελιτισμός, όπως και η ανευθυνότητα, δεν είναι χαρακτηριστικό μίας τάξης ή συντεχνίας, αλλά ίδιον συγκεκριμένων ανθρώπων. Οι οποίοι όταν παίζουν σε παιχνίδι χωρίς κανόνες, κάνουν πάρτυ. Δικαιολογημένα κάποτε. Το δικαίωμα ενίοτε, τους έχει δοθεί από αυτούς που συνήθως γκρινιάζουν. Κι έτσι σε μία ελεύθερη αγορά, σε ένα επικοινωνιακά καταιγιστικό και πληροφοριακά άναρχο περιβάλλον, οι κανόνες ρευστοποιούνται, η δεοντολογία εξατμίζεται. Όλα τότε, επαφίενται στον –οινικό- πατριωτισμό του καθενός.

Και από ότι έχουμε δει μέχρι τώρα, δόξα τω Θεώ (Διονύσω), οι άνθρωποι που ασχολούνται με την ενημέρωση, την προώθηση, την επικοινωνία, το εμπόριο του κρασιού (πλην των γνωστών- άγνωστων ελίτ), έχουν στηρίξει έμπρακτα το ελληνικό κρασί, άρα και τη δουλειά μας. Κανείς δε δικαιούται να λέει (γενικώς και συλλήβδην) ότι οι οινοποιοί ή οι οινολόγοι για παράδειγμα, προσφέρουν περισσότερο από τους σομελιέ ή τους δημοσιογράφους. Όλοι χρειάζονται, όλοι έχουν το σημαντικό τους ρόλο.

Μόνο που οι οινολόγοι είναι οι τελευταίοι (και αν) που το έργο τους αναγνωρίζεται, οι πρώτοι που νιώθουν την όποια κρίση του ελληνικού κρασιού, οι μόνοι (μαζί με τους αμπελουργούς ίσως), που δεν έχουν δυνατότητα άλλης επαγγελματικής επιλογής. Γι’ αυτό και το ενδιαφέρον τους για την επικοινωνία του κρασιού δεν (θα έπρεπε να) είναι θεωρητικό, προϊόν μόδας, ψώνιου, ή μιας αμφιλεγόμενης κουλτουρογκλάμουρ διάθεσης, αλλά  ενστικτώδης αντίδραση ενός «επιστημονικού σιναφιού», που οσφραίνεται την απειλή της εξαφάνισή του ως επαγγελματικού «είδους».

Ναι, αλλά με τις ελίτ όμως τι γίνεται; Τι θέλετε να γίνει αγαπητοί συνάδελφοι; Μήπως και μείς δε τους κάναμε να συμπεριφέρονται έτσι; Κάναμε ποτέ την αυτοκριτική μας; Οι οινολόγοι δεν είναι που έχουν πέσει σε μιά αδρανή απάθεια εδώ και χρόνια, όσον αφορά τη συμμετοχή, τη συνεργασία, την παρέμβαση, την κοινή δυνατή φωνή (και γραφή) στα οινικά δρώμενα του τόπου; Να τα ρίξουμε στους άλλους ή να παίξουμε την κολοκυθιά; Ας μείνουμε στα δικά μας καλύτερα.

Πού είναι η στήριξη στις ενώσεις και η συμμετοχή στις όποιες οινολογικές εκδηλώσεις; Πού ακούστηκε η οινολογική «κουτσουλιά»  Ελλάδα να ’χει δύο ενώσεις, κατά γενική ομολογία παραγκωνισμένες, προς τέρψιν των οπαδών του all time classic «διαίρει και βασίλευε»; Τι σόι διοικήσεις αποτελούν οι αφεντιές μας (ΕΕΟ και ΠΑΝΕΠΟ), που τόσα χρόνια μετά την αλλαγή καταστατικού της Ε.Ε.Ο., δεν προχωρούμε στη συνένωση, μέσα σε ένα από τα πιο σημαντικά και ιστορικά (από το 1926) επιστημονικά σωματεία της χώρας, όπως είναι η Ένωση Ελλήνων Οινολόγων; Πώς δεχόμαστε να απαξιώνεται, να παρακάμπτεται, να υποκλέπτεται, να χλευάζεται, όχι μόνο το επάγγελμα αλλά και το έργο, οι δημιουργίες μας; Γιατί δεν αναφέρει κανείς ποιος βρίσκεται πίσω από κάθε κρασί; Τι εθνικό δι-επαγγελματικό σύνδεσμο και κεντρική επιτροπή οινοπαραγωγής έχει αυτή η χώρα, που το βασικότερο επάγγελμα, απουσιάζει από κάθε απόφαση, αλλά και πρόταση έστω; Πόσο «έγκυρα» είναι τα πάσης φύσεως μαθήματα «Οινολογίας» και οι «οινολογικές» αναλύσεις που γίνονται από τον οποιοδήποτε; Έχουν όλα τα οινοποιεία και εμφιαλωτήρια οινολόγο; Τι κάναμε για την επιστημονική έρευνα, που θα έπρεπε να είναι ο σημαιοφόρος της αναγέννησης του ελληνικού κρασιού; (έχω ακούσει από 500 Έλληνες ειδικούς, ότι η Αυστραλία, λέει, οφείλει (και σωστά) την άνοδο των κρασιών της, στο μάρκετινγκ, λέει, κανείς όμως δε μας είπε, ότι το ερευνητικό ινστιτούτο οίνου της Αυστραλίας έχει καμιά εκατοσταριά άτομα επιστημονικό προσωπικό, ενώ το αντίστοιχο ελληνικό, τρεις με το ζόρι!)

 

Κι ακόμα, γιατί οι «στάρς» και το (αποκαλούμενο) «think tank» του ελληνικού κρασιού, η πλειοψηφία των οποίων είναι η αφρόκρεμα της ελληνικής οινολογίας, αδιαφορούν για την Ένωση των Οινολόγων (όχι μόνο σαν φορέα αλλά και σαν έννοια); Δεν θα είχε μεγαλύτερο κύρος για κάθε επιτροπή, φορέα, διαγωνισμό, εκδήλωση, γευσιγνωσία, οι συμμετέχοντες ως οινολόγοι, να εκπροσωπούν τον επίσημο επιστημονικό φορέα τους και όχι τον εαυτό τους ή την εταιρεία τους; Τι άλλο είναι η Ένωση Οινολόγων, αν όχι οι σημαντικότεροι Έλληνες οινοποιοί, οι εκατοντάδες χημικοί, γεωπόνοι, τεχνολόγοι, που δουλεύουν «μαχόμενοι» για το ελληνικό κρασί, στ’ αμπέλια, στα οινοποιεία, στα οινολογικά εργαστήρια, στην αγορά; Αλλά μήπως οινολόγοι δεν είναι και αρκετοί από τους εγκυρότερους οινογράφους και οινοχόους; Ποιος και γιατί λοιπόν, θέλει την απομόνωση, την απραξία και απαξία των οινολόγων; Ενοχλούνται πολλοί, ή χαλάει η πιάτσα στους «πεφωτισμένους» λίγους;

 

Κι αν τάχα είναι τα πρόσωπα των εκάστοτε διοικήσεων, όπως ισχυρίζονται κάποιοι (και όχι η αδιαφορία ή οτιδήποτε άλλο), που εμποδίζει την πρόοδο των οινολόγων, γιατί δε τους (μας) αλλάζετε όλους, μαζί με τις …οξειδωμένες καρέκλες μας;

 

Ο κατάλογος των ερωτήσεων φυσικά είναι ατέρμων και θα μπορούσε να θέτει ο καθένας άλλες τόσες. Το θέμα όμως δεν είναι πόσες ερωτήσεις θέτουμε, αλλά να δίνουμε τις απαντήσεις και τις λύσεις, στο χώρο και στο χρόνο που πρέπει. Κι αυτό, πάνω από όλα και όλους, προϋποθέτει συνεργασία και συμμετοχή.

 

Όσο για τις «ανεύθυνες ελίτ» τελικά, οι οινολόγοι, όπως και το ελληνικό κρασί γενικότερα, έχουν σημαντικότερα θέματα να ασχοληθούν. Ωστόσο όμως, χρειάζονται κι αυτές. Μπας και μας αφυπνίσουν, έστω…

 

Με συναδερφικούς χαιρετισμούς,

Θ. Καραθάνος

Χημικός-Οινολόγος, Μέλος (τότε) του Δ.Σ. της Ε.Ε.Ο.

*Το παραπάνω κείμενο γράφτηκε προ 12 ετών (σαν …παλαιωμένο απόσταγμα ακούγεται!) και προοριζόταν για τον «Οινολόγο», το περιοδικό της Ένωσης Ελλήνων Οινολόγων. Λόγω της χειμερίας νάρκης όμως στην οποία είχε περιέλθει το συγκεκριμένο περιοδικό –κι ούτε ξαναξύπνησε…-, δημοσιεύτηκε τελικά τότε στο ιστορικό πλέον περιοδικό του αμπελοοινικού κλάδου, το «Αμπελοτόπι».

Το κείμενο, που γράφτηκε με σεβασμό σε όλους –ανεξαιρέτως- τους οινολόγους αλλά και τους ανθρώπους που υπηρετούν το ελληνικό  κρασί, θα μπορούσε, παρόλο που στο μεταξύ ήρθαν τα πάνω κάτω στη χώρα, στις δουλειές και στις ζωές μας, να ξαναγραφεί αυτούσιο σήμερα και παραμένει απλά μία κατάθεση προσωπικών και μόνο απόψεων. Το κίνητρο δε για να γραφεί, ήταν (είναι), η –κοινή- πεποίθηση, ότι μία ενωμένη και με δυνατή φωνή Ένωση Οινολόγων, μόνο θετικά θα μπορούσε να επιφέρει στο ελληνικό κρασί.

Κοινοποιήστε το:
Share on Facebook
Facebook
Tweet about this on Twitter
Twitter
Share on LinkedIn
Linkedin
Print this page
Print
Email this to someone
email
Pin on Pinterest
Pinterest

You may also like