Νίκος Μάνεσης: Δεν ξέρω αν γύρισε ο Διόνυσος στην πατρίδα του, αλλά…
Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedInPin on PinterestEmail this to someonePrint this page

Συναντήσαμε τον Νίκο Μάνεση στο περιθώριο του 17ου Διεθνούς Διαγωνισμού Οίνου και Αμπέλου Θεσσαλονίκης, όπου βρέθηκε εκεί ως γευσιγνώστης – κριτής. Με την πολυετή του εμπειρία τόσο στο παγκόσμιο οινικό γίγνεσθαι όσο και στα ελληνικά τεκταινόμενα στο κρασί ο Ν. Μάνεσης μας εξήγησε ποια είναι κατά τη γνώμη του τα τρωτά σημεία του κλάδου και ποιες είναι οι κινήσεις που πρέπει να γίνουν από εδώ και πέρα ώστε ο ελληνικός αμπελώνας να σταθεροποιηθεί και να αναπτυχθεί περαιτέρω.

 

Πότε μπήκε το κρασί στη ζωή σας και με ποιο τρόπο;

Ήρθα στον κόσμο του κρασιού τυχαία. Ξεκίνησα στο Λονδίνο οπου και σπoύδαζα στο SΤC, που είναι μια σχολή για σπουδές στα ξενοδοχειακά και υπήρχε πρόγραμμα γευσιγνωσίας για το κρασί. Έρχονταν ονόματα σαν τον Ρεμύ Κρουγκ και τον Φιρίνο Μαρτέλ από το κονιάκ, γενικά μεγάλα ονόματα. Εκεί ερωτεύτηκα το κρασί και άρχισα να ψάχνω. Είχα την πολυτέλεια, να έχω την οικονομική άνεση που μου επέτρεπε να αγοράζω μπουκάλια, που δεν μπορούσαν άλλοι και πάντα τα μοιραζόμουν. Όταν αποφοίτησα από τα ξενοδοχειακά άρχισα να δουλεύω στον χώρο της εισαγωγής κρασιού στο Λονδίνο οπου και με έστειλαν στη Γαλλία να αγοράσω κρασί και έτσι έγινα βοηθός αγοραστή και μετά αγοραστής. Μετά μου πρόσφεραν δουλειά και πήγα στη Γαλλία.
Δούλεψα σε διάφορα κτήματα και μετά μου δόθηκε η ευκαιρία να πάω στην Καλιφόρνια. Οι άνθρωποι με τους οποίους δούλευα στη Γαλλία με έκαναν αντιπρόσωπο στην Αμερική. Ουσιαστικά ήμουν στο ξένο κρασί. Δεν υπήρχε πουθενά η Ελλάδα, ούτε στο όνειρό μου.

 

Πότε μπαίνει η Ελλάδα στη ζωή σας;

Επισκέφτηκα την Αθήνα το 1992 όπου πηγαίνοντας σε ένα βιβλιοπωλείο ρώτησα εάν είχαν κάποιο βιβλίο για το ελληνικό κρασί και πήρα αρνητική απάντηση. Εγώ έψαχνα για κάτι δημιουργικό. Έτσι ξεκίνησα και έκανα τους πρώτους αγγλόφωνους οδηγούς. Επισκέφτηκα 30 κτήματα την πρώτη φορά και έχω οργώσει την Ελλάδα. Είναι περίπου 25.000 χιλιόμετρα τον χρόνο και δεν ξέρω κι εγώ πόσα ναυτικά μίλια. Δηλαδή έχω διανύσει περί τα 650.000 χιλιόμετρα όλα αυτά τα χρόνια, προσπαθώντας να βρω το νέο αίμα, το νέο κτήμα και να είμαι κοντά στις αλλαγές του ελληνικού κρασιού.

 

Πώς ήταν τα πράγματα στον ελληνικό αμπελώνα και πώς είναι τώρα;

Τότε υπήρχαν πιο πολλά σταφύλια, πράγμα που ήταν ενθαρρυντικό. Ωστόσο ξαφνικά βγήκαν οι μικροί οινοποιοί και άρχισαν να παίρνουν μερίδιο αγοράς και να ψάχνουν περισσότερα πράγματα, αλλά η διαφορά είναι ότι εκείνη την εποχή υπήρχε πάρα πολύ πρώτη ύλη, αλλά ήταν πολύ μικροί οι οινοποιοί. Το πρώτο μου βιβλίο είχε νομίζω 28 παραγωγούς, το δεύτερο 45 μετά 60 κ.ο.κ. Σήμερα το πρόβλημα είναι ότι τα αμπέλια έχουν χάσει το μεγαλύτερο όγκο. Από τότε μέχρι σήμερα βέβαια τα κρασιά είναι καλύτερα αλλά έχουμε και την κλιματική αλλαγή, την οποία αν την αρνηθεί κάποιος λέει ένα μεγάλο ψέμα. Ορισμένες περιοχές έχουν καλυτερεύσει, όπως η Μαντινεία, το Μοσχοφίλερο είναι πιο ώριμο. Στις άλλες περιοχές υπάρχει πρόβλημα. Φτιάχτηκαν μοντέρνα οινοποιεία, αγοράστηκαν μηχανήματα τελευταίας τεχνολογίας, υπάρχουν νέοι οινολόγοι, αλλά δεν έγινε επένδυση στον αμπελώνα και αυτό το πληρώνουμε σήμερα. Στη Νεμέα τα περισσότερα κλήματα είναι ιωμένα. Για να μπορέσεις όμως να κάνεις μεγάλα κρασιά, δεν πρέπει να είναι ιωμένα. Τα καλύτερα κρασιά στην Ελλάδα τα κάνουν εκείνοι, που είναι όλη μέρα στα κτήματα, και όχι στην κάβα. Υπάρχουν άνθρωποι που κάνουν φενολικά ώριμα και υγιή σταφύλια και όχι με μεγάλες στρεμματικές αποδόσεις. Το μεγάλο πρόβλημα είναι πως πρέπει να επενδύσουμε και στον αμπελώνα και να καταλάβουμε τον τρόπο που πρέπει να διαχειριστούμε τον αμπελώνα για να μπορέσουμε να κάνουμε κρασιά που θέλει η διεθνής αγορά.
Υπάρχει ένα τέτοιο παράδειγμα, που είναι ο Χρήστος Ζαφειράκης, ο οποίος μου είπε με μεγάλη αυτογνωσία ότι έκανε 8 χρόνια να καταλάβει πώς να καλλιεργήσει την ποικιλία Λημνιώνας. Είναι απαιτητικές οι ποικιλίες μας, μπορεί να δώσουν μεγάλα πράγματα αλλά πρέπει να τις χειριστούμε ανάλογα.

Υπάρχει μαγική συνταγή για την Ελλάδα; Δηλαδή μπορούμε να στηριχθούμε μόνο στις γηγενείς ποικιλίες;

Μαγική συνταγή δεν υπάρχει. Σίγουρα αλλάζει ραγδαία ο κόσμος και με τον τρόπο επικοινωνίας. Πιστεύω ότι τη δεκαετία του 1990 και μέχρι το 2005 τα blends ήταν ένα διαβατήριο, γιατί δεν μας είχαν εμπιστοσύνη, έπρεπε να μάθουμε να είμαστε συνεπείς στις εξαγωγές, δεν είναι η κάβα της γειτονιάς, είναι αλλιώς τα πράγματα εκεί. Δεν είναι εύκολα τα πράγματα στην Ελλάδα, ιδίως με capital controls και το γυαλί να έρχεται από το εξωτερικό, θέλει τρελό προγραμματισμό από τους οινοποιούς και έτσι οι άνθρωποι που και που καταφέρνουν να γίνουν και οινοποιοί και κάνουν το επάγγελμά τους. Πιστεύω ότι τα blends ήταν ένα διαβατήριο. Ορισμένοι φοβούνται και λένε “μαζί με το ασύρτικο ας βάλουμε και λίγο Sauvignon”. Αυτοί είναι οι ασφαλείς. Αλλά πλέον έχει αλλάξει το παιχνίδι, ο κόσμος θέλει όσο πιο «ασυνήθιστες» ποικιλίες. Εγώ δεν είμαι εναντίον των ξενικών ποικιλιών αλλά εκεί είμαστε συγκρίσιμοι. Δεν μπορούμε να ανταγωνιστούμε τα κρασιά του νέου κόσμου ή της Αργεντινής και της Αυστραλίας. Χρειάζεται άλλη προσέγγιση. Υπάρχει μεγάλο ενδιαφέρον για τις ελληνικές ποικιλίες, όχι επειδή είναι ελληνικές αλλά επειδή είναι διαφορετικές.

 

Τι προβλέπετε για το ελληνικό κρασί;

Πρέπει να αλλάξει ο τρόπος του πως διαχειρίζονται τα ελληνικά κρασιά τα διάφορα κλαδικά όργανα διότι συρρικνώνεται συνεχώς ο ελληνικός αμπελώνας. Σήμερα ειναι ο μισός απο τι ήτανε το 1995.
Υπάρχει νέο αίμα, υπάρχουν Sommelier, υπάρχουν τα Wine Bars στην Αθήνα, που είναι απίθανο πράγμα. Τώρα υπάρχει μια κουλτούρα, ο κόσμος πάει και πίνει κρασί και δεν πίνει ουίσκι όπως πίνανε οι γονείς τους.
Δεν ξέρω αν έχει γυρίσει ο Διόνυσος στην πατρίδα του αλλά νομίζω ότι υπάρχει ενδιαφέρον. Υπάρχει μια μεγάλη κίνηση κάτι το οποίο είναι πολύ ευχάριστο. Αν δεν επενδύσουμε στον αμπελώνα θα έχουμε πρόβλημα. Ορισμένα ήταν λάθη, έπρεπε να ξηλωθούν. Πρέπει να πληρωθεί όμως και ο άνθρωπος. Πρέπει να υπάρξει το κίνητρο για τον αγρότη. Δεν μπορούμε να ζούμε στον φεουδαρχικό 17ο αιώνα. Πρέπει να είμαστε αλληλέγγυοι, πρέπει να σέβεσαι τον αγρότη, να τον μάθεις, να του φέρεις και μπουκάλια ,να του δείξεις  και να του πεις πως δεν είναι ο καλύτερος αμπελουργός του κόσμου.Για να γίνει πρέπει να αλλάξει πρακτικές τις οποίες ζητούν οι διεθνές αγορές. Οι άνθρωποι του κρασιού πρέπει να φερθούν επαγγελματικά στους αμπελουργούς, τους έχουμε ανάγκη.

Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedInPin on PinterestEmail this to someonePrint this page
Email: info@greekcellar.gr