Μαρία Τζίτζη: Το κρασί είναι ένα μαγικό προϊόν

Ασχολείται με το κρασί εδώ και 32 χρόνια και αν στην αρχή, όπως μας λέει, ήταν δύσκολο ειδικά για μια γυναίκα να είναι οινολόγος καθώς δεν είχε να κάνει με εξελιγμένα οινοποιεία όπως σήμερα αλλά ως επί το πλείστον με κρασί χύμα, που ερχόταν από τα Μεσόγεια για να τροφοδοτήσει τις ταβέρνες από την Αθήνα μέχρι το Μενίδι και τον Πειραιά, το κρασί την κέρδισε και έγινε η ζωή της.

Όταν της ζητάμε να μας δώσει ορισμένα ακραία παραδείγματα για την κατάσταση της τότε ελληνικής οινοπαραγωγής – τότε πάντως η Ελλάδα παρήγαγε περισσότερο κρασί σε σχέση με σήμερα- αλλά και για την περίοδο που το ελληνικό κρασί μπαίνει στην περίοδο της αναγέννησης και πιο «ψαγμένοι» πελάτες ζητούν πράγματα που πίστευαν ότι μπορούν να γίνουν στο βαρέλι τους μας απαντά:

“Μου έφερναν, ας πούμε, ένα κρασί χύμα, έναν μούστο που τον είχαν  αγοράσει από τα Μεσόγεια και με ρωτούσαν αν μπορούσα να το κάνω να μοιάζει με  Chardonnay;  Και να αναρωτιέμαι : Είναι δυνατόν να σου κάνω το Σαββατιανό να μυρίζει Chardonnay. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα, θυμάμαι είχε έρθει ένας πελάτης και μου έχει φέρει ένα κρασί, δεν θυμάμαι ποιανού μεγάλου οινοποιού, μια εξαιρετική Νεμέα τέλος πάντων, μου την αφήνει πάνω στο γραφείο και μου λέει θέλω να μου κάνεις τον μούστο μου σαν κι αυτό το κρασί. Του λέω άνθρωπε μου δεν μπορώ  να σου κάνω τον μούστο σαν κι αυτό το κρασί. Ο Χριστός ευλόγησε το νερό και έκανε θαύματα!”

Ωστόσο μετά από κάποια χρόνια η κατάσταση στον χάρτη του ελληνικού κρασιού αλλάζει, αρχίζει η παραγωγή πιο ποιοτικών κρασιών και όπως λέει η ίδια “μπαίνω κι εγώ σε μια λογική και αρχίζω και ψάχνομαι λίγο περισσότερο. Τι μου ζητάνε οι πελάτες μου , τι θέλει η αγορά, πως τα γούστα διαφοροποιούνται. Και ξεκινάω να  αναζητώ,  να δω τι ακριβώς γίνεται. Ήδη οι πελάτες μου στο χημείο  είχαν σταματήσει να είναι ταβέρνες, γιατί η ταβέρνα σιγά – σιγά έσβηνε. Ήταν  είτε κάποιοι ιδιώτες οι οποίοι ήθελαν κάτι διαφορετικό -πια δεν ζητούσαν το Σαββατιανό να τους το κάνεις Chardonnay, αλλά αγόραζαν Chardonnay και σου έλεγαν πώς μπορείς να μου το κάνεις καλό, είτε ήταν μικρά οινοποιεία τα οποία ζητούσαν συνεργασία και οινολογική υποστήριξη για να κάνουν ποιοτικό κρασί και να το εμφιαλώσουν”

556926_382837641802799_911898638_nΜε τα περισσότερα από τα ελληνικά οινοποιεία να έχουν περάσει τη φάση της ενηλικίωσης ρωτήσαμε την Μ. Τζίτζη για το πως βλέπει τη φάση αυτή των Ελλήνων οινοποιών και τι βλέπει για το μέλλον.

«Η ενηλικίωση τους είναι καλή, είναι ώριμη, είναι ενδιαφέρουσα. Δεν ξέρω που θα καταλήξει και πόσο όλο αυτό θα έχει τελικά θετικό πρόσημο, γιατί μέχρι στιγμής είναι θετικό. Εμφανίστηκαν πάρα πολλοί στον χώρο, μερικοί και αλεξιπτωτιστές, οι οποίοι δεν είχαν σχέση», μας λέει και προσθέτει:

“Οι περισσότεροι, όμως, ήταν ή οι ίδιοι οινολόγοι ή ήταν άνθρωποι οι οποίοι αγαπούσαν το κρασί  και ήθελαν να κάνουν μια επένδυση. Με τα χρόνια ξεκαθάρισαν, κάποιοι έμειναν, κάποιοι έφυγαν. Μπαίνουν κι άλλοι, έτσι αυτή τη στιγμή πρέπει να είναι 800 – 900 οινοποιεία στην αγορά. Νομίζω ότι αντέχουμε και περισσότερους. Έχουμε τη δυνατότητα να έχουμε πολλά ακόμα  μικρά οινοποιεία, τα οποία να παράγουν κρασί. Κάνουν καλή δουλειά, σε πολύ μεγάλο ποσοστό, και είναι  έντιμοι. Έντιμοι με την έννοια ότι αυτό που φτιάχνουν το πουλάνε σε μια καλή τιμή, δεν κοροϊδεύουν ούτε τον καταναλωτή, ούτε γενικότερα την αγορά. Νομίζω ότι είναι ένας κλάδος υγιής, ο οποίος βαδίζει σταθερά και ανοδικά. Απλά ακόμα είμαστε “μικροί”, δεν έχουμε παρελθόν, πρόσφατο τουλάχιστον.  Ακόμα είναι η πρώτη γενιά μέσα στα οινοποιεία. Για να φτιάξουμε την ιστορία μας, χρειάζεται να περάσουν κι άλλα χρόνια, να έρθει η δεύτερη γενιά, η τρίτη και ούτω καθεξής.  Τώρα ακόμα τα παιδιά των οινοποιών σπουδάζουν , μετά θα μπουν στις επιχειρήσεις των γονιών τους και θα τις συνεχίσουν. Έχουμε πολύ δρόμο ακόμα.  Μέχρι στιγμής όμως εγώ προσωπικά ξέρω ότι έχει γίνει πολλή και  καλή δουλειά”.

Με πολλά ταξίδια η ίδια εκτιμά πως η εικόνα του ελληνικού κρασιού στο  εξωτερικό αρχίζει και αλλάζει καθώς γίνεται αναγνωρίσιμο και ανταγωνιστικό.

“Από άποψη ποιότητας υπάρχουν ελληνικά κρασιά πολύ καλά. Κάποια μπορούν πολύ σοβαρά να ανταγωνιστούν ακόμα και μεγάλα και ακριβά «οινικά» ονόματα της Ευρώπης και της Αμερικής. Το ελληνικό κρασί είναι ανταγωνιστικό και σιγά – σιγά αρχίζει να γίνεται και αναγνωρίσιμο. Μην ξεχνάς πως για χρόνια το κρασί της Ελλάδας ήταν συνδεδεμένο άρρηκτα μόνο με τη ρετσίνα. Αυτό αλλάζει, αργά μεν, σταθερά δε”, λέει η κ Τζίτζη και προσθέτει:

10351895_10200578012449494_2217979507493144512_n“Η Σαντορίνη για παράδειγμα είναι ένα κρασί αναγνωρίσιμο. Έχει γίνει δουλειά και λόγω του νησιού, που είναι πασίγνωστος πια τουριστικός προορισμός, και λόγω της οινοποίησης, όμως κυρίως λόγω της ιδιαιτερότητας του ίδιου του κρασιού”.

Μοιραία η κουβέντα φτάνει και στο θέμα της τιμής του ελληνικού κρασιού και αν αυτή μπορεί να είναι υψηλή στη διεθνή αγορά. “Δύσκολα το ελληνικό κρασί μπορεί να βγει σε πολύ υψηλές τιμές. Όσο ποιοτικό κι αν είναι δεν έχει ακόμα αποκτήσει την αντίστοιχη φήμη. Πιστεύω πως πολλά κρασιά μας είναι τόσο καλά, που αν από πίσω τους είχαν και τον μύθο ενός γνωστού γαλλικού – για παράδειγμα – οινοποιείου θα πωλούνταν πανάκριβα. Το made in Greece δεν είναι πολύ δυνατή μπράντα. Προς το παρόν δεν είναι ισχυρό όνομα.   Από την άλλη έχουμε καλή ποιότητα, αλλά όχι μεγάλες ποσότητες για να χτυπήσουμε μεγάλες αλυσίδες σούπερ μάρκετ και να μπούμε με ένα κρασί πολύ φθηνό. Η ποιότητα πρέπει να είναι και λίγο πιο ακριβή”, μας λέει η κ. Τζίτζη.

Η Μ. Τζίτζη τάσσεται υπέρ της υποστήριξης του κρασιού από την Πολιτεία τονίζοντας ότι αυτή η ενίσχυση θα πρέπει να ξεκινά από τον αμπελουργό, να επεκτείνεται στον οινοποιό και να καταλήγει στον καταναλωτή.

Αναφερόμενη στις διεθνείς ποικιλίες που φυτεύτηκαν στον ελληνικό αμπελώνα η κ. Τζίτζη αναφέρει πως είναι ένα σημαντικό κομμάτι του καθώς “έδειξαν πολύ ωραία αποτελέσματα και κατάφεραν να μας βάλουν στο παιχνίδι των πρώτων μας εξαγωγών“, ωστόσο προσθέτει:  “Οι ελληνικές ποικιλίες, όμως, θα μας βγάλουν από την αφάνεια. Υπάρχουν δύο όψεις, το νόμισμα πάντα δύο όψεις έχει. Η μία άποψη λέει ότι οι ελληνικές ποικιλίες θα μας ξεχωρίσουν γιατί και ο τουρίστας όταν θα έρθει στην Ελλάδα θέλει να μάθει το Αγιωργίτικο ή τη Μαλαγουζιά. Υπάρχει και η άλλη που λέει ότι θα δοκιμάσει το Chardonnay γιατί αυτό ξέρει αυτό του είναι οικείο και δεν έχουν όλοι οινικές αναζητήσεις Αν θα φύτευα τώρα εγώ προσωπικά θα έβαζα ελληνικές. Χωρίς όμως να σημαίνει ότι δεν εκτιμάω και τη δουλειά που έχει γίνει στην διεθνείς”.

Η ίδια κρίνει πως στην τετράδα των ποικιλιών πρεσβευτών (Ασύρτικο, Ξινόμαυρο, Αγιωργίτικο και Μοσχοφίλερο) χωρούν και άλλες ελληνικές ποικιλίες που είναι σε φάση απογείωσης και τονίζει:

“Η Μαλαγουζιά οπωσδήποτε. Η Μαλαγουζιά σήμερα έχει γίνει πολύ “πρέπει”, πολύ must στον ελληνικό αμπελώνα. Πάει καλά, δίνει ωραία αποτελέσματα, δίνει πολύ όμορφα κρασιά, έχει και μια αντοχή στον χρόνο. Είναι μια ποικιλία που νομίζω την αγαπάνε πολύ οι Έλληνες, την αγαπάνε και στο εξωτερικό. Θα σου θυμίσω δύο βραβεία Μαλαγουζιές, ένα χρυσό, ένα ασημένιο, που είχαμε στα Vinalies  τώρα στο Παρίσι και δεν είναι τα μόνα.  Η Ρομπόλα επίσης έχει μέλλον. Δεν ξέρω αν είναι το επόμενο Ασύρτικο, όπως κατά καιρούς διαβάζω, όμως πάντα την εκτιμούσα και την αγαπούσα σαν ποικιλία. Μπορεί να δώσει πολύ ιδιαίτερα και μοναδικά κρασιά, όταν οινοποιείται  ορθά. Με την Κυδωνίτσα γίνεται επίσης καλή δουλειά στην Πελοπόννησο. Δίνει ωραία αρώματα, και έχει καλό όγκο. Τώρα από κόκκινες  και το Μαυροτράγανο μπορεί να γίνει  εντυπωσιακό καθώς επίσης η Λημνιώνα ή το Μουχατρο.    Ποικιλίες που κάποια στιγμή ξεχάστηκαν και ξαναβγαίνουν στην επιφάνεια. Όπως επίσης και στην Κρήτη το Δαφνί και το Πλυτό , ξαναγυρίζω στα λευκά ,  κάνουν την διαφορά.  Επίσης ο Ροδίτης είναι μια παρεξηγημένη ποικιλία. Εξαρτάται, βέβαια, από το που θα καλλιεργηθεί, τι αποδόσεις θα έχει, αλλά είναι μια ποικιλία που είναι πολύ δυνατή”.

 

βοροινα* Η Μαρία Τζίτζη έχει τελειώσει το Χημικό Τμήμα του Παν/μιου Αθηνών και είναι εξειδικευμένη στην οινολογία και την χημεία Περιβάλλοντος. Ως ελεύθερη επαγγελματίας διατηρεί χημικό και οινολογικό εργαστήριο στην Αθήνα, όπου παρέχει υπηρεσίες ως σύμβουλος οινολόγος και χημικός. Είναι καθηγήτρια οινολογίας και χημείας τροφίμων, με δεκαπενταετη εμπειρία στην εκπαίδευση, συνεργάζεται με την ιδιωτική σχολή Τουριστικών επαγγελμάτων LE MONDE , όπου και είναι υπεύθυνη για τα θέματα οίνου του Εκπαιδευτικού Ομίλου. Είναι γευσιγνώστρια και έχει πάνω από 45 συμμετοχές είτε ως κριτής, είτε ως μέλος της οργανωτικής επιτροπής , είτε ως εκπρόσωπος του Διεθνούς Οργανισμού Οίνου και Αμπέλου, σε διεθνείς διαγωνισμούς κρασιού, σε ολόκληρο τον κόσμο. Διατέλεσε για 12 χρόνια εκλεγμένο μέλος της Ένωσης Ελλήνων Οινολόγων και εκπρόσωπος της στην Διεθνή Ένωση Οινολόγων. Είναι συγγραφέας του βιβλίου  «Αρχές Οινολογίας – Η τέχνη του Οινοχόου» καθώς επίσης και των μυθιστορημάτων «Σκοτεινό Κελάρι» και «Σαν Κρασί». Τα μυθιστορήματα έχουν βραβευθεί από την Πανελλήνια Ένωση Λογοτεχνών και τον μεν πρώτο έχει τιμηθεί με Gourmand awards , το δε δεύτερο από τον Διεθνή Οργανισμό Οίνου και Αμπέλου με το βραβείο λογοτεχνίας. Άρθρα της δημοσιεύονται κατά καιρούς, σε περιοδικά, εφημερίδες και το διαδίκτυo. Έχει τιμηθεί  (2014) με τον τίτλο “Chevalier dans l’ordre du Merite Agricole” , από το Γαλλικό Κράτος.

Email: info@greekcellar.gr