Λ. Νασιάκος: Το κρασί άξιος πρεσβευτής της χώρας μας
Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedInPin on PinterestEmail this to someonePrint this page

Γεννημένος στο… κρασί φαίνεται πως δεν ήταν δυνατόν να λοξοδρομήσει και να τον κερδίσει κάποιος άλλος επαγγελματικός κλάδος. Πιστός στη Μαντινεία, ο Λεωνίδας Νασιάκος χαράσσει τη δική του διαδρομή στο ελληνικό κρασί, ταξιδεύοντας σχεδόν παντού στον κόσμο για να δείξει πως η χώρα μας αξίζει μια σημαντική θέση στον παγκόσμιο οινικό χάρτη.

Κύριε Νασιάκο πώς ξεκινήσατε την πορεία σας στο κρασί;                            

Η οικογενειακή διαδρομή στο χώρο του κρασιού ξεκίνησε από τον παππού και συνεχίστηκε από τα παιδιά του, τον πατέρα μου και τα αδέλφια του. Εγώ γεννήθηκα στον Καναδά, από όπου επιστρέψαμε οριστικά οικογενειακώς το 1970. Το κίνητρο του πατέρα μου και των αδελφών του για αυτή την επιστροφή  αποτέλεσε το πάθος,  οι νέες εμπειρίες καθώς και  η επιθυμία τους, να αναπτύξουν σε ένα άλλο επίπεδο πλέον τη δραστηριότητα τους με το κρασί.

Η Μαντινεία επελέγη ως έδρα του οινοποιείου, οπότε όπως καταλαβαίνετε ήταν αναμενόμενο και φυσικό επακόλουθο να ασχοληθούν με την ποικιλία του Μοσχοφίλερου, την οποία έως τότε  συνάδελφοι –οινοποιοί την οινοποιούσαν  σε συνδυασμό  με άλλες,  με σκοπό να ενισχύσουν τον αρωματικό τους  χαρακτήρα, καθώς και τη φρεσκάδα,  λόγω της υψηλής οξύτητας που το χαρακτηρίζει.

Το 1982, το ανήσυχο πνεύμα του πατέρα μου τον οδηγεί να εμφιαλώσει για πρώτη φορά τη Μαντινεία Νασιάκου Ο.Π.Α.Π (σημερινός όρος Π.Ο.Π), ένα κρασί  100% από την ποικιλία Μοσχοφίλερο. Καταλαβαίνετε ασφαλώς, πόσο παρακινδυνευμένη ήταν μια τέτοια κίνηση σε μια αγορά που είχε εδραιώσει ως καλό κρασί, εκείνο που είχε υψηλούς αλκοολικούς βαθμούς, χαμηλή οξύτητα και βαθυκίτρινο χρώμα, χαρακτηριστικά τα οποία ήταν ακριβώς αντίθετα από αυτά του Μοσχοφίλερου.

Η προσπάθειά του συναντά δυσκολίες και εμπόδια έως ότου αναγνωριστεί και εκτιμηθεί ο χαρακτήρας του κρασιού, κάτι που επιτυγχάνεται στη διαδρομή και επιφέρει την αναγνώριση και στον ίδιο, μια αναγνώριση που διαρκεί έως και σήμερα, 35 χρόνια μετά.

Πως άλλαξε αυτό;

Άλλαξε, όταν στην πορεία ήρθαν και άλλοι στην «παρέα», οινοποιώντας και εμφιαλώνοντας Π.Ο.Π.  Μαντινεία. Ο Κωνσταντίνος Αντωνόπουλος ήταν ο άνθρωπος  που κατά την άποψή μου  έδωσε μεγάλη ώθηση στην ποικιλία,  εμφιαλώνοντας κρασί Π.Ο.Π Μαντινεία με την εμπορική ονομασία Ορεινά Κτήματα, το οποίο για τα πρώτα πέντε χρόνια οινοποιούσε στο Οινοποιείο Νασιάκου με δική του ετικέτα. Ακολουθεί ο Γιάννης Τσέλεπος, ο οποίος συνεργάστηκε ως οινολόγος στο οικογενειακό οινοποιείο από το 1978 έως το 1994 και συγχρόνως, άρχισε να εμφιαλώνει και κρασιά παραγωγής του. Την παρέα συμπληρώνει  ο Σπυρόπουλος και άλλοι, επιβεβαιώνοντας  την  άποψή μου ότι μια ποικιλία και μια περιοχή χρειάζονται ομαδική δουλειά από επαγγελματίες,  για να αναδειχθούν και να εδραιωθούν σύμφωνα με την αξία τους.

Προχωρώντας, βιώνουμε την επανάσταση του Ελληνικού κρασιού, όπου συμπίπτει με μια έκρηξη δημιουργίας  πολλών μικρών κτημάτων.

Μικροί οινοποιοί  με δικές τους ετικέτες, οι οποίοι καταβάλλουν αξιόλογες προσπάθειες, οπότε φτάνουμε στο 2017 να μιλάμε για πάνω από  1.000 οινοποιεία, κάτι πραγματικά απίστευτο.

Η Σεμέλη πως προέκυψε;

Σπούδασα χημικός στο Πανεπιστήμιο της Πάτρας και στη συνέχεια επέλεξα την ειδικότητα της οινολογίας. Εργαζόμουν στο οικογενειακό οινοποιείο, έως ότου το 1996 ήρθα αντιμέτωπος με την πρώτη μου πρόκληση. Ο Συνεταιρισμός Νεμέας έψαχνε εκείνη την εποχή για συνεργάτη χημικό-οινολόγο. Η δική μου προσέγγιση στο χώρο, ήταν εστιασμένη λόγω οικογενειακής παράδοσης στην ποικιλία του Μοσχοφίλερου και κατ’ επέκταση στα λευκά κρασιά. Παρόλα αυτά, με γοήτευε η ιδέα της γνωριμίας με το Αγιωργίτικο, τη Νεμέα και γενικότερα τα κόκκινα κρασιά, οπότε και επέλεξα να πάω για ένα-δύο χρόνια, να μαζέψω εμπειρίες και να επιστρέψω στην οικογενειακή επιχείρηση.

Ουδέν μονιμότερον του προσωρινού, τα δύο χρόνια έγιναν έξι στην παραγωγή του Συνεταιρισμού. Μεγάλη εμπειρία, καθώς τότε δεν υπήρχαν πολλά οινοποιεία στη Νεμέα και το μεγαλύτερο ποσοστό της σταφυλικής παραγωγής οινοποιούνταν εκεί, όπου είδα πλέον το Αγιωργίτικο σε όλες του τις εκφάνσεις: σταφύλι από τα υψώματα, τις πλαγιές, τον κάμπο, υψηλής, μέτριας ή και χαμηλής ποιότητας κάποιες φορές, ιδιαίτερα στις προβληματικές χρονιές.

Το 2002 και ενώ συγχρόνως με τον Οινοποιητικό Συνεταιρισμό Νεμέας ασχολιόμουν και με το Οινοποιείο Νασιάκου το οποίο ούτως ή άλλως ποτέ δεν εγκατέλειψα, ήρθε η πρόταση από τη Σεμέλη , η οποία είχε βάλει μπρος την κατασκευή του οινοποιείου στο Κούτσι. Η εταιρεία η οποία ιδρύθηκε το 1979, ήταν έως τότε γνωστή ως ένα boutique οινοποιείο στη Σταμάτα Αττικής, όπου οινοποιούνταν η τοπική ποικιλία Σαββατιανό, καθώς και οι διεθνείς Chardonnay, Cabernet Sauvignon και Merlot. Με τη μετάβαση στη γενέτειρα του Αγιωργίτικου, η Σεμέλη ουσιαστικά έμπαινε δυναμικά στη μεγαλύτερη και πιο ενδιαφέρουσα ζώνη παραγωγής ερυθρών κρασιών της Ελλάδας. Έχοντας πίσω μου έξι χρόνια εμπειρίας στο Συνεταιριστικό οινοποιείο και μπροστά μου μία τόσο δελεαστική πρόταση και συγχρόνως πρόκληση, ήταν αδύνατο να αρνηθώ.

Πράγματι, η πρώτη μας οινοποίηση πραγματοποιήθηκε το 2003, με εξοπλισμό υψηλής τεχνολογίας και πρώτη ύλη εξαιρετικής ποιότητας, όπως εξάλλου συνέβη και τα επόμενα χρόνια. Το 2007 είχαν πλέον ωριμάσει οι συνθήκες για το επόμενο μεγάλο βήμα. Ήρθε η στιγμή που η Σεμέλη, πατώντας γερά στη ζώνη Π.Ο.Π. Νεμέα και το Οινοποιείο Νασιάκου με βαθιά γνώση του Μοσχοφίλερου από το 1970, έπρεπε να ακολουθήσουν κοινή πορεία. Έτσι λοιπόν, οι δύο εταιρείες συγχωνεύθηκαν και προέκυψε η Σεμέλη Οινοποιητική, με δυνατές βάσεις σε δύο από τις πλέον δημοφιλείς ζώνες Π.Ο.Π. της Ελλάδας.

Μετά από αυτή την πορεία και βλέποντας τα πράγματα από μέσα, πώς βλέπετε το μέλλον του ελληνικού κρασιού.

Αρχικά να πω ότι είμαι φύσει αισιόδοξος άνθρωπος, αλλά νομίζω πως και ο πιο απαισιόδοξος, βλέποντας την εντυπωσιακή πορεία που έχει διαγράψει το ελληνικό κρασί τα τελευταία χρόνια, δε μπορεί παρά να εκφράζεται με μία νότα αισιοδοξίας τουλάχιστον.

Μπορώ να πω με σιγουριά, ότι το μέλλον για το προϊόν μας είναι φωτεινό. Έχουμε φτάσει σε πολύ υψηλό ποιοτικό επίπεδο, με συνέπεια να μπορούμε να κοιτάξουμε στα μάτια το διεθνή ανταγωνισμό. Υπάρχουν αξιόλογοι επιστήμονες στο χώρο μας με όρεξη και ιδέες, που βοηθούν να το πάμε ακόμη παραπέρα. Ασφαλώς, εδώ τίθεται και το εύλογο ερώτημα περί ανταγωνιστικών τιμών σε σχέση με τα κρασιά άλλων χωρών. Λόγω του ότι σε όλα τα προϊόντα δεν παίζει ρόλο μόνο η ποιότητα ή μόνο η τιμή, αλλά η σχέση αυτών των δύο μεταξύ τους, σας διαβεβαιώ ότι και εδώ είμαστε ισχυρά ανταγωνιστικοί. Δεν προσπαθούμε να αντιμετωπίσουμε το οικονομικό Χιλιανό, Ισπανικό ή Ιταλικό κρασί, διότι δεν έχουμε τις ανάλογες ποσότητες. Μπορούμε όμως επάξια να κερδίσουμε σημαντικό χώρο στη μέση προς υψηλή κατηγορία.

Το στοίχημα πλέον είναι να δημιουργήσουμε το brand, την αναγνωρισιμότητα του ελληνικού κρασιού στο εξωτερικό. Δε μπορεί να συμβεί από τη μια στιγμή στην άλλη, όμως το χτίζουμε βήμα-βήμα, βαδίζοντας επάνω στο στρατηγικό σχεδιασμό που έχουμε αποφασίσει ως κλάδος. Μέσα από τη βαθιά κρίση που μας ταλανίζει τα τελευταία οκτώ χρόνια, έχει προκύψει και ένα θετικό, που δεν είναι τίποτε άλλο παρά η μαζική έξοδος και παρουσία των ελληνικών οινοποιείων στις αγορές του εξωτερικού. Έχουμε πλέον συνειδητοποιήσει, -πειστεί αν θέλετε- πως με συλλογικές και συντονισμένες κινήσεις θα καταφέρουμε να κερδίσουμε το χαμένο έδαφος. Κάτι ασφαλώς που οι ανταγωνιστές μας ανά τον κόσμο, έχουν καταλάβει και εφαρμόσει εδώ και πολλά χρόνια.

Επίσης, η οικονομική κρίση και οι συνέπειες που επέφερε στην εγχώρια κατανάλωση, μας αφύπνισε και με γρήγορα αντανακλαστικά αρχίσαμε να ταξιδεύουμε στο εξωτερικό  όλο και περισσότερο. Ξέρετε πόσο σημαντικό είναι να ακούει ο Αμερικανός, ο Καναδός, Γερμανός, Αυστραλός κ.ο.κ. αγοραστής όλο και πιο συχνά να του μιλούν και να τον επισκέπτονται Έλληνες οινοποιοί; Τους διεγείρουμε την περιέργεια και τους πείθουμε σιγά-σιγά με την ποιότητα και την αξιοπιστία μας.

Στους καταναλωτές του εξωτερικού, το ελληνικό κρασί φαντάζει ως κάτι εξωτικό και σπάνιο και είναι πράγματι. Η Ελλάδα ως χώρα προέλευσης του προϊόντος, τους θυμίζει έναν εξωτικό τόπο, με ευχάριστο περιβάλλον, ιδανικές καιρικές συνθήκες και απίστευτο φυσικό κάλλος. Από την άλλη, οι ελληνικές γηγενείς ποικιλίες αμπέλου τις οποίες δε θα βρουν πουθενά αλλού στον πλανήτη, αποδεικνύουν από μόνες τους τη σπανιότητα του προϊόντος μας.

Αυτό είναι το κλειδί;

Ασφαλώς. Πέραν των κλιματολογικών και εδαφολογικών συνθηκών στην Ελλάδα οι οποίες είναι ιδανικές για την αμπελοκαλλιέργεια, όπως προείπα έχουμε τις δικές μας ποικιλίες αμπέλου, τις οποίες βγαίνοντας στο εξωτερικό αναδεικνύουμε ως κάτι μοναδικό και ιδιαίτερο. Προσπαθούμε μάλιστα να εντοπίσουμε ομοιότητες με άλλες ξένες, ώστε να καταφέρουμε να κεντρίσουμε το ενδιαφέρον του καταναλωτή, ο οποίος όντας συνηθισμένος σε μία συγκεκριμένη γεύση, αναζητά κάτι που να του τη θυμίζει.

Μήπως είναι και ο τουρισμός ένα βήμα προς εκείνη την κατεύθυνση;

Αναμφίβολα βοηθάει, διότι εδώ πλέον έχουμε δύο δυνατά όπλα. Από τη μία πλευρά η φυσική ομορφιά, ο ήλιος, η χαλάρωση και η ξεκούραση που φέρνουν οι διακοπές,  από την άλλη ένα πολύ καλό κρασί σε συνδυασμό με ελληνικές νοστιμιές. Με το συνδυασμό των πιο πάνω, είναι αδύνατον ο επισκέπτης να μη φύγει με όμορφες εντυπώσεις και έντονες αναμνήσεις. Τρανό και χαρακτηριστικό παράδειγμα των όσων περιγράφω είναι η Σαντορίνη, η οποία προσφέρει απλόχερα  τόσο το φυσικό κάλλος και την ομορφιά, όσο και το υπέροχο κρασί από Ασύρτικο. Η συγκεκριμένη περιοχή εξάλλου, είναι και αυτή που ανοίγει πολλές πόρτες στις αγορές του εξωτερικού, οπότε και με τη δική μας στήριξη και προσπάθεια, οι ίδιες πόρτες θα ανοίξουν ακόμη περισσότερο και θα χωρέσει πλέον και η Νεμέα, η Μαντινεία, η Νάουσα και άλλες οινοπαραγωγικές περιοχές της Ελλάδας.

Πρόσφατα βρεθήκατε στην ProWein. Πώς ήταν εκεί το κλίμα για το ελληνικό κρασί;

Έχω συμμετάσχει στη συγκεκριμένη έκθεση αρκετές φορές και όχι μόνο τα τελευταία χρόνια. Μπορώ να θυμηθώ την εικόνα του ελληνικού περιπτέρου πριν 17-18 χρόνια και συγκρίνοντάς την με τη σημερινή, ειλικρινά οι διαφορές είναι τεράστιες τόσο ως προς το μέγεθος του περιπτέρου και τον αριθμό των συμμετεχόντων οινοποιείων, όσο και ως προς την επισκεψιμότητα από ενδιαφερόμενους εισαγωγείς. Ενώ τότε οι επισκέψεις που δεχόμασταν περιορίζονταν στους Έλληνες εμπόρους της Γερμανίας όπως ήταν φυσικό, τώρα πλέον μας πλησιάζουν με έντονο ενδιαφέρον –που στο πλείστον των περιπτώσεων καταλήγει σε συνεργασία- και επαγγελματίες από οποιαδήποτε χώρα του πλανήτη. Για να πούμε την αλήθεια, τον τελευταίο καιρό υπάρχει μία τάση των οινοχόων και γενικότερα των επαγγελματιών από χώρους εστίασης, να αναζητούν σπάνια και ιδιαίτερα κρασιά. Το ελληνικό κρασί λοιπόν, μάλλον ευνοείται από αυτή τη συγκυρία και τάση παγκοσμίως, διότι είναι ανεξερεύνητο και ιδιαίτερο, λόγω των μοναδικών ποικιλιών που διαθέτει.

Η συλλογικότητα και ομαδικότητα στη συμμετοχή των οινοποιείων, ήταν επίσης ένα εντυπωσιακό στοιχείο της φετινής ProWein. Υπήρχε μία μεγάλη νησίδα στο χώρο της ελληνικής συμμετοχής, με οινοποιεία από την Πελοπόννησο, μία άλλη αντίστοιχα από τη Βόρεια Ελλάδα, από Κρήτη, Κεντρική Ελλάδα κ.ο.κ. με σημαντικότερο όλων το πνεύμα συνεργασίας που είχαν οι οινοποιοί μεταξύ τους.

Κλείνοντας, θα ήθελα να τονίσω την ανάγκη να στηριχθεί το ελληνικό κρασί και η προσπάθεια των οινοποιών να το διαδώσουν σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης. Είναι ένα προϊόν πολιτισμού, με βαθιές ρίζες στην παράδοσή μας και ένας άξιος πρεσβευτής της χώρας μας στο εξωτερικό.

Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedInPin on PinterestEmail this to someonePrint this page
Email: info@greekcellar.gr