Το Greekcellar.gr στο Κτήμα Κυρ-Γιάννη για τις Ανοιχτές Πόρτες

Της Βαρβάρας Καζαντζίδου

«Αυτός που αγαπάει το σταφύλι από την ώρα που θα το δει ασήμαντο ανθάκι, ως την ώρα που θα βάλει την ετικέτα στο κρασί που έκανε. Αυτός που μπορεί να ονειρεύεται και μπορεί να ξεχωρίσει το όνειρο από την πραγματικότητα, το όνειρο από τον στόχο. Αυτός που μυρίζει το χώμα, το ξύλο, το πράσινο φύλλο του πρωινού και απογευματινού αέρα, τη διάθεση του φεγγαριού και του διπλανού του…»

Είναι το χειρόγραφο σημείωμα του Γιάννη Μπουτάρη. Του δημάρχου Θεσσαλονίκης και ιδρυτή της εταιρίας «Κυρ Γιάννη», στο οποίο περιγράφει τα χαρακτηριστικά του καλού οινοποιού.

Η επίσκεψή μου στο κτήμα, με έπεισε ότι είναι ακριβώς αυτά…

 

Για πολλούς η σχέση με το κρασί, είναι σχέση λατρείας. Αλλά με το τελικό προϊόν του. Το χρώμα, το άρωμα, τη γεύση του και… τα συναισθήματα που προκαλούν όλα αυτά μαζί.

Ώσπου να φτάσει όμως το μπουκάλι με την καλόγουστη ετικέτα στον λάτρη του και να το σερβίρει στο ποτήρι όπου θέλει να το απολαύσει, έχει υποστεί μια παραγωγική διαδικασία πολλών μηνών, για την οποία εργάστηκαν εκατοντάδες άνθρωποι.

Κι επειδή ζούμε σε μια χώρα που έβαλε από την αρχαιότητα τον «οίνο» στην καθημερινότητά της, μια χώρα που παράγει εξαιρετικό κρασί το οποίο φημίζεται διεθνώς, ένιωσα αμήχανα για τις λιγοστές γνώσεις μου επί του θέματος. Σάββατο πρωί λοιπόν και αφού ο καιρός ήταν καλύτερος των προβλέψεων της μετεωρολογικής υπηρεσίας και οι «πόρτες» ήταν… «ανοιχτές», δεν υπήρχε καλύτερη αφορμή για να τις εμπλουτίσω και να μυηθώ σε κάποια από τα μυστικά της παραγωγικής διαδικασίας του κρασιού!

Ως κάτοικος Θεσσαλονίκης, η επιλογή ήταν μονόδρομος: Γιαννακοχώρι Νάουσας, Κτήμα κυρ Γιάννη. Μια ευκαιρία να δω από κοντά την περιοχή όπου, μισό αιώνα πριν, ο σημερινός «άρχοντας» της πόλης που ζω, ο Γιάννης Μπουτάρης, αποφάσισε να φυτέψει τα πρώτα του αμπέλια.

Μία ανάσα η απόσταση από τη Θεσσαλονίκη. Πολλές ανάσες αυτές που δίνει η θέα της καταπράσινης γης αυτήν την εποχή.

Περνώντας την πύλη του «Κυρ Γιάννη», ήταν εκεί οι άνθρωποι του κτήματος. Όλοι τους φορούσαν μπλουζάκια με την «κούλα» -το διατηρητέο κτίσμα που αποτελεί το σήμα κατατεθέν του συγκεκριμένου κτήματος. Όλοι τους, φορούσαν όμως και τα χαμόγελά τους. Και μας υποδέχθηκαν θερμά.

Πριν την ξενάγηση στα χωράφια και στο οινοποιείο, προηγήθηκε ξενάγηση μέσω ενός αναλυτικού φυλλαδίου, όπου εμφανίζονται τα παραγόμενα κρασιά και εξηγείται πού παράγεται το καθένα, από ποια ποικιλία σταφυλιού και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του καθενός. Στη συνέχεια, οι φιλοξενούμενοι, είχαν τη δυνατότητα να τα δοκιμάσουν.

Οι πρώτες στιγμές εξοικείωσης, ήταν στιγμές απόλυτης χαλάρωσης, αφού -μετά τη δοκιμή και πριν την ξενάγηση- υπήρχε η δυνατότητα να απολαύσεις το κρασί που ικανοποίησε περισσότερο τον ουρανίσκο σου, σε ένα πολύχρωμο σκηνικό, βγαλμένο από ταινία, όπου επικρατούσε το πράσινο των αμπελιών, το μπλε του ουρανού, το λευκό από τα σύννεφα και το χρώμα του κρασιού που επέλεξες.

Οι επισκέπτες που συνόδευαν τα μικρά παιδιά τους, είχαν ακριβώς τους ίδιους λόγους να αισθάνονται χαλαροί, αφού οι άνθρωποι του κτήματος φρόντιζαν να απασχολήσουν τους μικρούς καλεσμένους τους δημιουργικά, φτιάχνοντας κατασκευές με φελλούς και άλλα υλικά που παραπέμπουν στο κρασί. Αν και οι περισσότεροι εξ αυτών, προτίμησαν μια πιο βιωματική επαφή με το επάγγελμα του αμπελουργού!

Η Κατερίνα, που ανέλαβε την ξενάγηση της δικής μου ομάδας, εξήγησε ότι η ιστορία της οικογένειας Μπουτάρη, ξεκινά από πολύ παλιά και συγκεκριμένα από το 1879, οπότε και ο παππούς του κυρ Γιάννη εγκατέλειψε τον τόπο καταγωγής του, το Νυμφαίο, προκειμένου να ανοίξει ένα κατάστημα στη Θεσσαλονίκη όπου εμπορεύεται κρασί.

Αρκετά χρόνια μετά, το 1930, η οικογένεια αποφάσισε να μετεγκατασταθεί και πάλι. Αυτήν τη φορά στη Νάουσα, καθώς επρόκειτο για μια οινοπαραγωγική περιοχή. Εκεί δημιούργησαν ένα οινοποιείο στον κάτω όροφο του νέου τους σπιτιού, όπου έφτιαχναν κρασί με σταφύλια τα οποία έως τότε αγόραζαν.

Το 1960 ωστόσο, ο κυρ Γιάννης με τον αδερφό του Κωνσταντίνο, αποφάσισαν να γίνουν αμπελουργοί και έτσι αγόρασαν το κτήμα στο Γιαννακοχώρι της Νάουσας, το οποίο και καλλιέργησαν. Λίγα χρόνια μετά όμως, μια ασθένεια των αμπελιών, η φυλλοξέρα, χτύπησε όλους τους αμπελώνες της περιοχής και αναγκάστηκαν να ξαναφυτέψουν όλο το κτήμα με ξινόμαυρο.

Το ανήσυχο πνεύμα του Γιάννη Μπουτάρη, δεν επαναπαύτηκε. Κι έτσι στη δεκαετία του ’80 αποφάσισε να φυτέψει τις γαλλικές ποικιλίες Merlot και Syrah, ώστε να δει πώς θα ευδοκιμήσουν στην περιοχή. Μία κίνηση που αποδείχθηκε σωστή, αφού πήγαν εξαιρετικά καλά και υπάρχουν έως σήμερα.

Το 1996 επέκτεινε την επιχειρηματική του δραστηριότητα, αγοράζοντας αμπέλια και στο Αμύνταιο. Το μικρό ξύλινο σπιτάκι που υπήρχε εκεί και το αποκαλούσαν «παράγκα», έμελλε να δώσει το παρατσούκλι του και στο πρώτο κρασί που βγήκε από το Αμύνταιο.

Το 1997 οι αδερφοί Μπουτάρη αποφάσισαν να συνεχίσουν να κάνουν αυτό που αγαπούν χωριστά κι έτσι ιδρύθηκε η εταιρία «Κυρ Γιάννη» στο Γιαννακοχώρι. Σήμα κατατεθέν της αποτελεί η κούλα (τουρκική λέξη, που σημαίνει παρατηρητήριο, φυλάκιο, πύργος. Επί τουρκοκρατίας εκεί υπήρχαν φύλακες που με εντολή του Τούρκου αγά παρατηρούσαν την περιοχή και έπαιρναν τον φόρο της δεκάτης). Όταν αγοράστηκε το κτήμα υπήρχε μέσα η κούλα, αναπαλαιώθηκε, έγινε τον πρώτο καιρό το σπίτι της οικογένειας, ενώ σήμερα χρησιμοποιείται για εκδηλώσεις που γίνονται στον πλάτανο, έξω από αυτήν.

Σήμερα, συνεχιστές της επιχείρησης είναι οι δύο γιοι του Γιάννη Μπουτάρη: ο Στέλλιος και ο Μιχάλης. «Ήταν δεδομένο ότι θα κάνουμε αυτό το επάγγελμα. Ευτυχώς που είναι ωραία δουλειά!», λέει ο Στέλλιος, που είναι ο διευθύνων σύμβουλος της εταιρίας.

Έπειτα από την ξενάγηση στα μονοπάτια της ιστορίας του κτήματος, ακολούθησε η γνωριμία με τους εσωτερικούς χώρους του οινοποιείου. Σταθήκαμε στις μεγάλες ανοξείδωτες δεξαμενές, όπου παραμένουν τα σταφύλια για περισσότερες από 10 ημέρες, προκειμένου να γίνει η απαραίτητη ζύμωση και να μετατραπεί ο μούστος σε κρασί. Κατά τη διάρκεια αυτής, γίνεται και η ανάδευση με τις φλούδες των σταφυλιών που επιπλέουν, προκειμένου το τελικό προϊόν να πάρει ιδιαίτερο χρώμα και τανίνη.

Ανάμεσα στις ανοξείδωτες δεξαμενές, βρίσκονται και έξι ξύλινες. Έξι, όσα και τα εγγόνια του Γιάννη Μπουτάρη. Μία αφιερωμένη στο καθένα!

Όταν ολοκληρωθεί η διαδικασία της ζύμωσης και είναι έτοιμο το κρασί, με ειδικούς σωλήνες που βρίσκονται στο κάτω μέρος της κάθε δεξαμενής, γεμίζουν τα βαρέλια που βρίσκονται στο κρύο υπόγειο, για να αρχίσει η παλαίωσή του. 1000 ξύλινα βαρέλια, διατηρούν στο εσωτερικό τους εκατοντάδες λίτρα κρασιού, από ένα έως περίπου δύο χρόνια -ανάλογα με την ποικιλία- ωσότου παλαιωθεί και ωριμάσει.

Οι επισκέπτες παρακολουθούν με προσοχή. Κάποιοι γνωρίζουν αρκετές πληροφορίες, κάποιοι τις ακούν για πρώτη φορά, κάποιοι θέτουν ερωτήσεις. Όλοι τους όμως, φεύγουν πλουσιότεροι σε γνώσεις, μαθαίνοντας τη διαδρομή του κρασιού από το αμπέλι στο ποτήρι. «Οι «ανοιχτές πόρτες» δεν είναι για να ‘ρθει ο ειδικός. Είναι μια ωραία ευκαιρία για τον καθημερινό κόσμο να κάνει εκδρομή και να μας γνωρίσει», εξήγησε ο Στέλλιος Μπουτάρης και τόνισε ότι ολοένα και περισσότεροι είναι οι επισκέπτες από το εξωτερικό, οι οποίοι γίνονται πρεσβευτές του ελληνικού κρασιού.

Με τις καλύτερες εντυπώσεις και αναμνηστικές φιάλες ανά χείρας, φυλαγμένες για ιδιαίτερες στιγμές, οι επισκέπτες προχωρούν στην… αποθεραπεία της ξενάγησης που μόλις ολοκληρώθηκε. Και πάλι με ένα ποτήρι κρασί, αλλά και εκλεκτά προσφερόμενα εδέσματα, οι νέες παρέες ανταλλάσσουν απόψεις για τις πληροφορίες που δέχτηκαν πριν λίγο.

Ανάμεσά τους ο γνωστός ποιητής Ηλίας Τσέχος, κάτοικος της περιοχής, παρουσιάζει στους νέους φίλους του ένα στίχο από το ποίημα που μόλις έχει σκαρώσει…

«Αμπέλου εύθυμος καρπός, ο οίνος ρέω ποταμός, αθώος και αμαρτωλός«

Email: info@greekcellar.gr