Γιώργος & Ανν Κοκοτού: Ερωτευμένοι με το κρασί

by GreekCellar
193 views
Κοινοποιήστε το:
Share on Facebook
Facebook
Tweet about this on Twitter
Twitter
Share on LinkedIn
Linkedin
Print this page
Print
Email this to someone
email
Pin on Pinterest
Pinterest

Συναντήσαμε τον Γιώργο και την Anne Κοκοτού στο φιλόξενο σπίτι τους στην Σταμάτα, που το περιβάλλει, ένα κτήμα το οποίο έφτιαξαν με ιδιαίτερη αγάπη και κόπο.

Οι παιδικές μνήμες και η ευτυχής-όπως ο ίδιος λέει- συγκυρία «να έχω σύζυγο την Anne, Αγγλίδα χωρίς τις προκαταλήψεις να ζήσει σε μια ερημιά», οδήγησαν τον Γιώργο Κοκοτό στην απόφαση να κατασκευάσει το σπίτι του στην εξοχή, μακριά από την Αθήνα κι έτσι να ξεκινήσει η περιπέτειά του με το κρασί.

DSC_0372«Είπαμε να φύγουμε από την Αθήνα και να δημιουργήσουμε ένα πρότυπο κτήμα- κάτι πρωτόγνωρο την δεκαετία του 70’-, χωρίς ακόμη να έχουμε αποφασίσει ούτε τις καλλιέργειες τις οποίες θα αναπτύσσαμε, αλλά ούτε κυρίως να έχουμε συνειδητοποιήσει τις δυσκολίες που θα αντιμετωπίζαμε στην συνέχεια. Έλλειψη πρόσβασης, νερού, ηλεκτρικού, τηλεφωνικής επικοινωνίας. Ουσιαστικά δηλαδή αποκομμένοι από τον «πολιτισμό» είκοσι τρία χιλιόμετρα μακριά από την πλατεία Συντάγματος». «Όμως – συνεχίζει ο συνομιλητής μας- η επιθυμία μας ήταν να ζήσουμε μόνοι μας με τα παιδιά μας μακριά από το επιβαρυμένο περιβάλλον- είτε ως ηχορύπανση, είτε λόγω καυσαερίων- αλλά κι οτιδήποτε άλλο φέρνει η αστική συμβιωτική ζωή. Όχι ότι ήμαστε εναντίον της. Αντιθέτως είχαμε και διατηρούμε πάντα έντονη κοινωνική ζωή, όμως δεν θέλαμε τα παιδιά μας να μεγαλώσουν στον περιορισμένο χώρο ενός διαμερίσματος είτε ακόμη και μιας μονοκατοικίας, αλλά αντιθέτως να ζήσουν στην εξοχή γευόμενα από πρώτο χέρι εκείνα που σαράντα χρόνια αργότερα διαπιστώνουμε με έκπληξή μας ότι γνωρίζουν για πρώτη φορά παιδιά προσχολικής ηλικίας που καλούμε στο κτήμα εφαρμόζοντας ειδικά προς τούτο προγράμματα.

«Η περιπέτεια με το κρασί ξεκίνησε όταν ως μηχανικός συνειδητοποίησα ότι προκειμένου να αναπτύξω το κτήμα θα έπρεπε να ασχοληθώ σοβαρά με συγκεκριμένο αντικείμενο το οποίο θα μου έδινε αφενός την δυνατότητα να πάρω τις απαραίτητες άδειες από τα αρμόδια όργανα κι αφετέρου η εκμετάλλευση εκείνη να δύναται να συντηρήσει οικονομικά το κτήμα».

Η πορεία του ζεύγους Κοκοτού στο κρασί φαίνεται πως ήταν εξ αρχής συναρπαστική καθώς όταν η Ανν Κοκοτού, πήγε στο Κτήμα Συγγρού για να πάρει τα πρώτα μαθήματα αμπελουργίας, συναντά τον Αντώνη Ποπολάνο, γνωστό οινολόγο, ο οποίος θα γίνει ο πρωτεργάτης των κρασιών του κτήματος. Τότε ήταν, στην διάρκεια των μαθημάτων όταν πρώτο ακούει το όνομα «Σεμέλη», ένα όνομα το οποίο στην συνέχεια αποτέλεσε και το όνομα της εταιρίας η οποία είχε ήδη συσταθεί ως και των κρασιών της. «Σημαντική είναι- όπως μας λέει ο Γ. Κοκοτός- και η συμβολή του Ινστιτούτου Αμπέλου, που δίνει τις πρώτες συμβουλές για τις ποικιλίες, που μπορούσαν να ευδοκιμήσουν στην περιοχή της Σταμάτας, μετά από τις σχετικές πειραματικές φυτεύσεις οι οποίες είχαν γίνει εκεί».

« Ας μην ξεχνάμε ότι το Ινστιτούτο Αμπέλου και το γειτονικό του, εκείνο του Οίνου, βρίσκονται στη «γειτονιά» μας με το ίδιο σχεδόν μικροκλίμα να επικρατεί . Μας είπαν λοιπόν ότι σύμφωνα με τις μελέτες τους είχαν διαπιστώσει ότι στην περιοχή ευδοκιμούν το Cabernet Sauvignon, το Chardonnay και το Merlot. Δυστυχώς ακόμη τότε δεν υπήρχε ελληνική ποικιλία η οποία να δοκιμάζεται πειραματικά», μας διηγείται ο κ. Κοκοτός και προσθέτει:

DSC_0418«Όταν ήρθε ο Ποπολάνος κι ανέλαβε ως οινολόγος θυμάμαι ότι του είχα πει, δεν ξέρω τι θα κάνεις Αντώνη, αλλά θέλω να μου φτιάξεις ένα κρασί που να ξεχωρίζει σε ποιότητα. Πράγμα το οποίο το πέτυχε με το παραπάνω αφού ύστερα από λίγα χρόνια – το 1995 συγκεκριμένα- στην Vinexpo στο Μπορντώ, το κρασί εκείνο ως “Chateau Semeli” πήρε «το χρυσό των χρυσών», το μεγαλύτερο βραβείο το οποίο είχε δοθεί ως τότε σε ελληνικό κρασί. Ένα κρασί το οποίο, ως “KOKOTOS ESTATE” τώρα, συνεχίζεται να παράγεται από τα ίδια κλήματα τα οποία είχαν φυτευτεί πριν από σαράντα τόσα χρόνια στο κτήμα της Σταμάτας». Στο μεταξύ όμως επειδή ο αμπελώνας που είχε φυτευτεί με το Cabernet Sauvignon και Merlot καθυστερούσε να δώσει τα πρώτα του σταφύλια, o κος Κοκοτός ζήτησε από τον Αντώνη Ποπολάνο να βγάλει ένα λευκό κρασί κι εκείνος το επιχείρησε χρησιμοποιώντας ως πρώτη ύλη το υποτιμημένο τότε Σαββατιανό, αλλά εφαρμόζοντας μια διαφορετική οινοποίηση από εκείνη η οποία εφαρμοζόταν ως τώρα.

Από τους πρώτους που γεύονται και καλούνται να κρίνουν τα δημιουργήματα του κτήματος , είναι η εμβληματική μορφή του ελληνικού κρασιού, κυρία Κουράκου. Η διήγηση του Γ.Κοκοτού γι αυτήν την πρώτη δοκιμή είναι χαρακτηριστική καθώς μας λέει:

«Είχαμε λοιπόν καλεσμένες εκείνη την ημέρα την κα Σταυρούλα Κουράκου και την δημοσιογράφο Ελένη Μπίστικα, το σχετικό άρθρο της οποίας την άλλη μέρα στον «Τήλεφο» κάλυψε όλη την στήλη της. Η κα Κουράκου η οποία ως γνωστόν δεν χαριζόταν ποτέ στο να πει την γνώμη της, πράγμα το οποίο το γνώριζε καλά ο ο Αντώνης- αφού ήταν η προϊσταμένη του στο Ινστιτούτο Οίνου- δεν τολμούσε να της προσφέρει το καινούργιο του δημιούργημα, πράγμα το οποίο η Anne με την αφέλεια κι ευθύτητα της καταγωγής της το αποτολμά, ζητώντας συγχρόνως την γνώμη της για το καινούργιο μας κρασί. Κι εκείνη δοκιμάζοντάς το μένει κατάπληκτη όταν σε σχετική της ερώτηση ακούει ότι εκείνο το κρασί που μόλις έχει δοκιμάσει προέρχεται αποκλειστικά από το ταπεινό Σαββατιανό». Και συνεχίζοντας ο κ. Κοκοτός: « Δεν ήταν τυχαίο άλλωστε ότι δυο χρόνια αργότερα το 1985 το Σαββατιανό εκείνο πήρε το χάλκινο μετάλλιο στο Μπορντώ, στην αυστηρότερη έκθεση για κρασί που γίνεται παγκοσμίως».

Για την επιτυχία εκείνης της πρώτης οινοποίησης η Anne Κοκοτού μας εξηγεί ότι «ο Ποπολάνος ο οποίος είχε δουλέψει στον Καμπά μας έλεγε ότι εκεί ο τρύγος του Σαββατιανού γινόταν με το ημερολόγιο κι ότι ο τρόπος πληρωμής των αμπελουργών ήταν βάσει των «γράδων» όσα περισσότερα «μπωμέ»- ο θάνατος στο λευκό κρασί- τόσα περισσότερα χρήματα».

«Ήταν τότε τα πέτρινα χρόνια, περάσαμε πολύ δύσκολες εποχές, να προσπαθούμε να πείσουμε μαζί με τους ξένους και τους Έλληνες – των οποίων οι γνώσεις για το ποιοτικό κρασί ήταν περιορισμένες. Εγώ έζησα και εποχές που πήγαινες να πάρεις κρασί από ένα καρβουνιάρικο», μας λέει ο Γ. Κοκοτός, αναφερόμενος στην περίοδο που άρχιζε τις πρώτες οινοποιήσεις, ενώ η σύζυγός του Anne μας εξηγεί ότι η αλλαγή στη στάση του Έλληνα απέναντι στο κρασί ξεκινά τη δεκαετία του ’80 όταν αλλάζει η αγοραστική δύναμη των Ελλήνων και αρχίζουν να ενδιαφέρονται για κάτι ποιοτικό.

«Υπήρξε ένα μεσοδιάστημα, που το κρασί άρχισε να γίνεται ενα είδος μόδας. Σε αυτό το μεσοδιάστημα ο Έλληνας χωρίς να έχει ακόμα πλήρη γνώση του κρασιού, ήθελε να το δοκιμάσει. Είχε φύγει από την κατηγορία των κρασιών που πίναμε την παλιά εποχή και ήθελε να το ψάξει. Έπαιρνε λοιπόν τον κατάλογο, έβλεπε την μεγαλύτερη τιμή και έλεγε: Αυτό! Ήταν κάτι το οποίο τελικά μας έκανε κακό αφού από την μια μεριά βγάλαμε τη φήμη ότι το ελληνικό κρασί είναι πολύ ακριβό και από την άλλη δημιούργησε μια σύγχυση σχετικά με το τι είναι πραγματικά ποιοτικό κρασί», μας εξηγεί ο Γ. Κοκοτός.

Ο ίδιος αποδίδει την άνοδο του ελληνικού κρασιού σε δυο παράγοντες, «Αφενός στον τουρισμό όπου τα εκατομμύρια των ευρωπαίων τουριστών, οι οποίοι κατά τεκμήριο είναι γνώστες του κρασιού και αφετέρου στη νεολαία μας, που γύρισε την πλάτη της στα «κλασσικά» αλκοολούχα ποτά και στράφηκε στο κρασί. Οι δυο αυτοί παράγοντες ήσαν εκείνοι οι οποίοι ώθησαν το ελληνικό κρασί στην ανέλιξή του».

«Ευτυχώς ήρθε η νεολαία η οποία είναι πραγματικά ψαγμένη και ξέρει τι πίνει. Αγκάλιασε το ελληνικό κρασί. Άφησε τα σφηνάκια και το ουίσκυ της εποχής «Κωνσταντάρα» και τους βλέπετε όλους με μια περιστροφή του ποτηριού τους να το μυρίζουν, να το δοκιμάζουν και σε κολλάνε και στον τοίχο», μας λέει εμφανώς ενθουσιασμένος ο κ. Κοκοτός και προσθέτει: «Πάμε στα διάφορα Wine Bars που παρουσιάζουμε τα κρασιά μας και σου κάνουν ερωτήσεις σχετικές με το κρασί που σε τρελαίνουν σε ρωτούν για ποικιλίες, για οινοποιήσεις, για διαφορετικούς τρόπους προσέγγισης, πράγματα απίστευτα από νέα παιδία που αγαπούν και γνωρίζουν σε βάθος τι πίνουν».

Ο Γ. Κοκότος μας μιλάει με θέρμη για τους αξιόλογους και με καλές σπουδές οινολόγους και οινοποιούς της χώρας μας, οι οποίοι όχι απλά έχουν «αγκαλιάσει» το κρασί, αλλά αναπτύσσουν ποικιλίες, πειραματίζονται πάνω σ΄αυτές και όπως τονίζει ο καθένας βάζει το δικό του πετραδάκι, δημιουργώντας ένα ψηφιδωτό που σταδιακά γίνεται ένας υπέροχος πίνακας.

Ο ίδιος διαπιστώνει πως οι ξένοι μετά από πολλά χρόνια, που αντιμετώπιζαν το ελληνικό κρασί με ένα είδος σκεπτικισμού έως και ειρωνείας – αναφέροντας μόνο ως ελληνικό προϊόν τη ρετσίνα – έχουν αναγνωρίσει την ποιότητα του ελληνικού κρασιού ως και εκείνη των ελληνικών ποικιλιών και πλέον το αναζητούν.

DSC_0370«Έχει γινει πολύ καλή δουλειά ειδικά στις τρίτες χώρες ΗΠΑ, Καναδά, Αυστραλία. Έχουν ανοίξει επίσης καλά ελληνικά εστιατόρια, με ελληνική μοντέρνα έκφραση και εκεί μπορούν να πωληθούν τα ποιοτικά ελληνικά κρασιά», μας λέει η Anne Κοκοτού, ενώ ο σύζυγός της επισημαίνει ένας σημείο – κλειδί τονίζοντας: «Μέλημά μας πρέπει να είναι η ανάπτυξη περαιτέρω της ποιότητας κρασιού μας και η διατήρησή της στον χρόνο κι αυτό να δώσουμε. Με άλλα λόγια να είμαστε συνεπείς όσο αφορά στην ποιότητα, να μην παίξουμε… Οι ξένοι αν κάπου δεν μας εμπιστεύονται είναι στη συνέπεια».

Όταν τον ρωτάμε πως πρέπει να γίνουν οι επόμενες κινήσεις για τη δημιουργία ενός ισχυρού brand name για το ελληνικό κρασί ο κ. Κοκοτός που επί σειρά ετών έχει ασχοληθεί με το θέμα και μέσω των κλαδικών ενώσεων Οίνου μας λέει: «Να γίνουμε ένα. Να δημιουργήσουμε ένα brand name το οποίο να περιλαμβάνει το σύνολο του ελληνικού κρασιού. Να αφήσουμε αυτό το ο καθένας κι επάνω του. Να ενωθούμε όλοι με στόχο μας να ανεβάσουμε το ελληνικό κρασί. Να υποστηρίξουμε ο ένας τον άλλον».

 

Κοινοποιήστε το:
Share on Facebook
Facebook
Tweet about this on Twitter
Twitter
Share on LinkedIn
Linkedin
Print this page
Print
Email this to someone
email
Pin on Pinterest
Pinterest

You may also like