Χάρης Αντωνίου: Ένας ακάματος δουλευτής του κρασιού

by GreekCellar
322 views
Κοινοποιήστε το:
Share on Facebook
Facebook
Tweet about this on Twitter
Twitter
Share on LinkedIn
Linkedin
Print this page
Print
Email this to someone
email
Pin on Pinterest
Pinterest

Όταν συναντάς ανθρώπους όπως ο Χάρης Αντωνίου επιβεβαιώνεται αμέσως ο κανόνας που θέλει τους ανθρώπους του κρασιού να έχουν μια διαφορετική κουλτούρα που ξεπερνάει τα τετριμμένα. Προσιτός, φιλόξενος αλλά πάνω από όλα ένας επίμονος και ακάματος δουλευτής του κρασιού, ο Χάρης Αντωνίου μας υποδέχθηκε στο Κτήμα Εύχαρις και μας μίλησε για το δικό του οινικό ταξίδι.

Πότε ξεκινήσατε την ενασχόλησή σας με το κρασί;
Η ιστορία ξεκίνησε ως εξής. Η γυναίκα μου είναι από οικογένεια οινοποιών καθώς ο αδελφός του πατέρα της είναι τρίτης γενιάς οινοποιός στη Γερμανία και η ίδια όταν ήταν μικρή πήγαινε στο οινοποιείο και βοηθούσε στον τρύγο. Το 1983 λοιπόν αναζητούσαμε έναν χώρο για να κάνουμε εξοχικό, γιατί λόγω της δουλειάς που έκανα τότε ήθελα να είμαι κοντά και να έχω εύκολη πρόσβαση με το αυτοκίνητο. Είχαμε έναν φίλο εδώ στα Μέγαρα, φαρμακοποιό, του οποίου ο πατέρας άρχισε να ψάχνει. Μια μέρα λοιπόν βρήκε το αρχικό κομμάτι 22 στρεμμάτων και έφερε τη γυναίκα μου για να το δει. Όταν το είδε η Εύα ξετρελάθηκε, της άρεσε πάρα πολύ. Ήρθαμε και το πήραμε τον Νοέμβριο του 1984.

Η Εύα ξεκίνησε να φτιάχνει τα σχέδια για το σπίτι, όμως παρατηρήσαμε ταυτόχρονα ότι εδώ ήταν όλο παλιός αμπελώνας, που λόγω της φυλλοξήρας είχε εγκαταλειφθεί. Άρχισε να ψάχνει η Εύα, να διαβάζει και σκέφτηκε να το φυτέψουμε και να κάνουμε αμπέλια. Συμφώνησα παρά το γεγονός ότι η μάνα μου με συμβούλευσε τότε λέγοντάς μου ότι θα μπλέξω. Πήρα έναν φίλο που ήταν τότε στο υπουργείο Γεωργίας και του ζήτησα να με καθοδηγήσει για το τι ποικιλίες πρέπει να βάλουμε γιατί και τότε ακόμα δεν επιτρεπόταν να βάλεις ό,τι θέλεις αν ήταν για επαγγελματική χρήση. Αφού κάναμε και τις προβλεπόμενες αναλύσεις στο χώμα για να δούμε ποια υποκείμενα ταιριάζουν κάναμε την πρώτη φύτευση το 1989 με την ποικιλία Grenage και αμέσως μετά βάλαμε το πρώτο ασύρτικο σε κομμάτια που είχαμε αγοράσει στο διάστημα από το 1984 και μετά. Το ασύρτικο μάλιστα επειδή δεν επιτρεπόταν να φέρεις κλήματα από τη Σαντορίνη, χρησιμοποίησα το τουριστικό γραφείο, που είχα τότε για να φτάσουν τα κλήματα στα χέρια μου. Ειδοποίησα τον εκεί διευθυντή να μου στείλει ορισμένα κλήματα (μπόλια) για να κάνω την πρώτη φύτευση. Κρατήσαμε λοιπόν ένα μήνα περισσότερο ένα από τα πούλμαν μας στη Σαντορίνη και φορτώσαμε εκεί τα μπόλια για να φτάσουν εδώ.

Επειδή βέβαια οι άνθρωποι που μας έστειλαν τα κλήματα δεν ήταν εξειδικευμένοι η φύτευση εκείνη έχει και ένα ποσοστό από Αθήρι. Το 1990 βάλαμε το πρώτο Syrah και πολύ αργότερα το Merlot, επειδή δεν επιτρεπόταν μέχρι το 1991. Τα πρώτα χρόνια μετά τις φυτεύσεις από το 1993 – 1994 κάναμε κάποιες πρόχειρες οινοποιήσεις. Οι τελευταίες φυτεύσεις έγιναν το 1991 και τότε φτάσαμε περίπου συνολικά τα 110 στρέμματα. Το 1996 εμφιαλώσαμε πρώτη φορά στον συνεταιρισμό για πολύ λίγα τα κρασιά και το 1997 αγοράσαμε τα πρώτα μας μηχανήματα και βγάλαμε την πρώτη μας ετικέτα το «Κτήμα Εύχαρις Λευκό», το «Κτήμα Εύχαρις Ερυθρό» και το 1998 το Syrah. Το λευκό μας ήταν χαρμάνι Ασύρτικο με Chardonnay και διατηρήθηκε για περίπου 10 χρόνια. Τώρα τα τελευταία χρόνια το κάναμε ασύρτικο με Μαλαγουζιά.

Το 1996 βάλαμε το πρώτο Merlot και αρχίσαμε το 1998 να φτιάχνουμε χαρμάνι για το ερυθρό με Syrah, Grenage και Merlot και διατηρήσαμε αυτή την ποικιλιακή σύνθεση μέχρι το 2012. Το 2006 είχαμε κάνει μια απόπειρα για ένα μονοποικιλιακό Grenage, το οποίο ήταν εκπληκτικό κρασί, αλλά δεν πήγε εμπορικά καλά. Συνέχισα να αγοράζω εκτάσεις αλλά σταματήσαμε για ένα διάστημα και ξαναρχίσαμε τις φυτεύσεις το 1997 και η τελευταία φύτευση που κάναμε ήταν το 2003. Κάποια στιγμή είχαμε φτάσει να πουλάμε 200.000 – 210.000 φιάλες.

Σήμερα με τα 140 στρέμματα που έχουμε είναι 80.000 – 90.000 φιάλες και στηριζόμαστε μόνο στη δική μας παραγωγή και μόνο για την ετικέτα «Ιλαρός» αγοράζουμε ορισμένες φορές Αγιωργίτικο. Κάποτε είχαμε βάλει Αγιωργίτικο ωστόσο ποιοτικά δεν μας ικανοποιούσε, οπότε αλλάξαμε την ποικιλία. Το ασύρτικο εδώ έχει δώσει φοβερά αποτελέσματα και αυτό γιατί σε πάρα πολλά σημεία σε βάθος 1,50 – 1,80 εκατοστών υπάρχει ηφαιστειακό υπόστρωμα στην περιοχή. Γι αυτό και οι ίδιοι οι Σαντορινιοί λένε ότι το πιο κοντινό στην αυθεντική “Σαντορίνη” ασύρτικο είναι αυτό που παράγεται εδώ. Πράγματι αν δοκιμάσεις ασύρτικο του 2008 – 2009 η μεταλλικότητα που βγάζει είναι σαν πίνεις κρασί από τη Σαντορίνη. Έχει τα ίδια χαρακτηριστικά.

Πώς ήταν η κατάσταση στο ελληνικό κρασί όταν ξεκινούσατε;

Τότε εκείνη την εποχή τα οινοποιεία που έβγαζαν κρασί στην αγορά ήταν ο Γεροβασιλείου και οι μεγάλοι. Είχε ξεκινήσει και ο Χατζημιχάλης και είναι αλήθεια πως εκείνος ήταν ο πρώτος που έφερε ψυχώμενες δεξαμενές στην Ελλάδα πράγμα που δεν του το αναγνωρίζουν πολλοί. Ο Τσέλεπος ξεκινούσε την ίδια εποχή, όπως και ο Σκούρας. Τότε βγήκαμε κι εμείς. Ήταν λίγα τα κρασιά που έβγαιναν στην αγορά. Για παράδειγμα όταν ξεκινούσαμε εδώ στη Νεμέα υπήρχε μόνο ο Παπαϊωάννου και πολύ αργότερα ξεκίνησε να εμφιαλώνει ο Παλυβός.

Πώς ήταν τότε το κομμάτι των εξαγωγών; Ήταν για εσάς εμπόδιο, ότι το ελληνικό brand name ήταν συνυφασμένο με τη ρετσίνα;

Εμείς σχεδόν αμέσως ξεκινήσαμε και τις εξαγωγές. Επειδή η Εύα είχε τις επαφές με τη Γερμανία και είχαμε την ιδιαιτερότητα ότι γνώριζε τη γλώσσα και είχαμε πρόσβαση και γνωριμίες, ξεκίνησε σχεδόν από το 2000. Την πρώτη φορά που πήγαμε σε έκθεση το 2001 στην ProWein όλοι έρχονταν και μας ζητούσαν ρετσίνα και όταν τους λέγαμε ότι δεν έχουμε τους εξηγούσαμε ότι η Ελλάδα δεν βγάζει μόνο ρετσίνα. Στη Γερμανία είχα άνθρωπο που διηύθυνε εκεί την όλη υπόθεση των εξαγωγών και παρά το γεγονός ότι είναι Γερμανός μόνο μια φορά κατάφερε να μπούμε σε μια γερμανική εταιρεία στην οποία είμαστε ακόμα αλλά πουλάμε ελάχιστα. Ακόμα και οι ομογενείς μας είχαν το κρασί συνυφασμένο με τα δίλιτρα και ακόμα μας ζητάνε. Τα μεν καλά ελληνικά εστιατόρια, που μπορούν να δώσουν ελληνικό κρασί εμφιαλωμένο είναι λίγα, ενώ οι «ταβέρνες» θέλουν ασκό και κρασιά της σειράς, ενώ εξακολουθούν να πουλάνε και ρετσίνα. Εμένα μου ζήτησε φέτος ένας εισαγωγέας να κάνω ρετσίνα και αναγκάστηκα να κάνω και μια ποσότητα ρετσίνας. Το πρόβλημα ήταν πολύ έντονο στην αρχή και χρειάστηκε να περάσει αρκετός χρόνος. Υπήρχε δυσπιστία.

Η δεκαετία 2000 – 2010 ήταν πολύ δύσκολη για το κρασί στο εξωτερικό. Στη Γερμανία είναι συντηρητικοί καταναλωτές δεν πάνε εύκολα να αγοράσουν κάτι καινούργιο και να μπουν στη διαδικασία να πάνε να αγοράσουν. Το σημαντικό είναι να πιουν ελληνικό κρασί σε γερμανικό εστιατόριο. Δυσκολία υπάρχει στο να μπούμε και στις γερμανικές κάβες. Σε αντίθεση με τις ΗΠΑ που οι Αμερικανοί δοκιμάζουν. Επίσης στις ΗΠΑ δεν υπήρχε τόσο έντονο το πρόβλημα της ρετσίνας. Εμείς πρέπει να διατηρήσουμε το ποιοτικό κρασί και να επιμείνουμε στις ελληνικές ποικιλίες. Για παράδειγμα εγώ σταμάτησα το Chardonnay και το αντικατέστησα με τη Μαλαγουζιά.
Τι πιστεύετε πως χρειάζεται για να προχωρήσει στο εξωτερικό το ελληνικό κρασί;
Θα πρέπει να δουλέψει οργανωμένα το marketing. Η Ρωσία θα μπορούσε να αποτελέσει μια πολύ καλή αγορά στο μέλλον. Χρειάζεται μια συστηματική δουλειά. Δυστυχώς δεν μπορούν τα Εμπορικά Γραφεία των πρεσβειών μας. Βλέπετε σε ξένες πρεσβείες και έχουν ειδικά τμήματα κοντά στον εμπορικό ακόλουθο από ανθρώπους που ξέρουν το κρασί. Πρέπει να εκμεταλλευτούμε τις πρεσβείες και να προωθήσουμε λάδι και κρασί. Αλλά χρειάζεται συστηματική δουλειά.

Κοινοποιήστε το:
Share on Facebook
Facebook
Tweet about this on Twitter
Twitter
Share on LinkedIn
Linkedin
Print this page
Print
Email this to someone
email
Pin on Pinterest
Pinterest

You may also like