Άγγελος Ρούβαλης: Μια ζωή στο κρασί!
Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedInPin on PinterestEmail this to someonePrint this page

Συνέντευξη στον Σπύρο Δράκο

Από τους πλέον προσιτούς και ζεστούς οινοποιούς, ο Άγγελος Ρούβαλης, δέχθηκε να μας μιλήσει τόσο για την πορεία του στο ελληνικό κρασί, όσο και για τη διαδοχή του πλέον στο οινοποιείο από την κόρη του Θεοδώρα. Μοιράστηκε μαζί μας ιδιαίτερες στιγμές της οινικής του πορείας και μας εκμυστηρεύτηκε τον τρόπο με τον οποίο «βάφτισε» ορισμένα από τα κρασιά του.

 

Κλείνετε περισσότερα από 35 χρόνια στο κρασί. Πώς ήταν αυτή η πορεία; Τι σας αφήνει σαν σκέψη, σαν συναίσθημα;

Ίσως για πρώτη φορά, νιώθω αυτό το συναίσθημα μετά από τόσο χρόνια. Μέχρι σήμερα ένιωθα ευτυχής και χαρούμενος, τώρα όμως νιώθω μια μικρή πίκρα γιατί δεν μπόρεσε η χώρα να βοηθήσει αυτή τη φοβερή προσπάθεια και συγκυρία, που δημιούργησε το ελληνικό κρασί. Το φρέναραν με χίλιους τρόπους, το φρέναρε η χώρα, οι θεσμοί της. Αλλά γενικά η πορεία στο κρασί είναι πάντα δημιουργική και ευχάριστη πολύ κι έχει εκπλήξεις και δεν έχει και στερεότυπα. Πρέπει αν αναθεωρείς δηλαδή, αυτό με την παράδοση και με την ανανέωση και με την σύγχρονη τεχνολογία. Είναι πολύ σημαντικό το παράδειγμα που θα σας πω: Μέχρι το ’90 για τα λευκά κρασιά λέγαμε ότι πρέπει μόλις τελειώσει η ζύμωση να μεταγγιστούν αμέσως για να μην πάρουν μυρωδιά από τις οινολάσπες. Παρόλα αυτά οι παλαιοί στην ορεινή περιοχή τη δικιά μας τουλάχιστον, άφηναν τα κρασιά πάνω στις οινολάσπες και έβγαιναν πολύ σπουδαία κρασιά με σώμα, με αρώματα κλπ. Ήρθε η δεκαετία του ’90, που η επιστήμη τότε, η οινολογία κατάλαβε τον μεγάλο πλούτο που κρύβουν οι ζυμομύκητες, δηλαδή οι οινολάσπες κάτω στο βαρέλι ή στη δεξαμενή και λέμε (σιρ λι). Μια παραδοσιακή τεχνική που πέρασε από την κόλαση διότι παρουσίαζε κάποια προβλήματα βέβαια ξαναανακαλύφθηκαν τα στοιχεία της. Το ίδιο και με τις ποικιλίες. Πως οι ποικιλίες στο διάβα των αιώνων ξεχωρίζουν. Το παράδειγμα του Ροδίτη, γιατί ο Ροδίτης στην ορεινή Αιγιάλεια επιβίωσε; Μα αφού είναι η διατροφή και η Ελλάδα ευρύτερα γιατί τα λευκά κρασιά είναι το 70% στην ελληνική παραγωγή. Όταν ο Έλληνας λέει κρασί, εννοεί λευκό κρασί. Στη Γαλλία όταν λέμε κρασί εννοούμε το κόκκινο. Γιατί η Μεσογειακή διατροφή θέλει λευκό κρασί. Είτε πάρουμε τα ψάρια και τα αλμυρά, το τυρί το βασικό είναι η φέτα, που είναι αλμυρή, αυτά πάνε όλα με λευκό κρασί. Είτε πάρουμε τα λαδερά που είναι ο κορμός της μεσογειακής κουζίνας, το λαδερό θέλει οξύτητα για να ισορροπήσει. Επομένως μια ποικιλία που επιβίωσε σε μια περιοχή, συνδυάζεται και με τις γευστικές εμπειρίες αιώνων και αυτό είναι που πρέπει η επιστήμη να ερμηνεύσει και να εμβαθύνει σε αυτό, να το αξιοποιήσει, να το φωτίσει διαφορετικά αλλά πάντα με αυτό τον σεβασμό στο βάθος που κρύβει η παράδοση.

 

Εσείς κάνατε το Ασπρολίθι από Ροδίτη. Για αυτή σας την επιλογή έπαιξε ρόλο η δική σας καταγωγή ή ήταν ένα γενικότερο σκεπτικό πάνω στην ποικιλία αυτή, βασισμένο πάνω σε ιστορικά στοιχεία ίσως. Πως ακριβώς καταλήξατε πριν από τόσο καιρό σε μια ελληνική ποικιλία;

Εδώ συνέβη το ανάποδο. Το Ασπρολίθι έφτιαξε εμένα και όχι εγώ το Ασπρολίθι. Εγώ βρέθηκα χωρίς να ξέρω για τον Ροδίτη, δεν τον είχα σε εκτίμηση, ερχόμενος από τη Γαλλία είχα δουλέψει στη Σαντορίνη, μετά βρέθηκα στην Achaia Clauss, που δεν μπόρεσα να κάνω τίποτα, και ερχόμενος στην περιοχή ανακάλυψα κάτι κρασιά από Ροδίτες σε χωρική οινοποίηση, που ήταν αριστουργήματα και αρωματικά. Τα μετράω τα στοιχεία τους και βλέπω μια οξύτητα 8,3 pH 310 σε Ροδίτη, ούτε στη Γαλλία έχουμε τόσα δροσερά στοιχεία. Ενώ είχαμε λοιπόν την εικόνα εκείνη την εποχή ότι το μεσογειακό κρασί είναι ένα οξυδωμένο, βαρύ κρασί που δεν έχει οξύτητα, βρισκόμαστε στο άλλο άκρο. Μόλις βλέπω αυτά τα αρώματα από το συγκεκριμένο αμπέλι τότε παίρνω την απόφαση και λέω αυτό το κρασί αξίζει να εμφιαλωθεί και εμφιαλώνοντάς το γίνεται το μπαμ στην αγορά. Γι αυτό λέω ότι ήταν και ο Έλληνας καταναλωτής έτοιμος γι αυτά τα κρασιά, γιατί σκέφτηκε «εδώ τι γίνεται καινούργιο μοντέλο κρασιού;» Το αγκαλιάζει το Ασπρολίθι και με τη βοήθεια των ευρωπαϊκών προγραμμάτων κάνουμε την Οινοφόρο και προχωράμε. Γι αυτό έχει ανατροπές συνέχεια και η οινολογία και η σκέψη της, μπαίνουν καινούργια στοιχεία. Εγώ ερχόμουν με ένα μοντέλο στο μυαλό μου αλλά έρχεται η ίδια η πραγματικότητα και σου δείχνει ότι ο Ροδίτης εκεί έχει αυτές τις δυνατότητες, υποκλίνεσαι, δεν μπορείς να κάνεις κάτι άλλο και να το αγνοείς.

 

Γιατί το όνομα Ασπρολίθι;

Ήταν ωραίος ο τίτλος αυτός, γιατί ψάχνοντας στην εγκυκλοπαίδεια, λεξικό της ελληνικής γλώσσας, έψαχνα λέξεις για αυτή τη δουλειά. Σημείωνα λοιπόν σε κάθε τόμο καμιά δεκαριά λέξεις. Είχα σημειώσει και το ασπρολίθι. Μετά διαβάζοντας μια περιγραφή για την Πελοπόννησο ενός περιηγητή του 15ου αιώνα βλέπω «εν μέση πέτρα άμπελος ηβή».  Εκεί δηλαδή μέσα στο άγονο τοπίο μέσα στην πέτρα το αμπέλι αναπτύσσεται με ορμή. Το συνδύασα με αυτό γιατί το ασπρολίθι δίνει το ορεινό, το άγονο τοπίο, δίνει το λευκό κρασί και έτσι κάναμε την ετικέτα.

 

Τα υπόλοιπα ονόματα των κρασιών σας, πώς βγήκαν;

Έχει το καθένα τη δική τους ιστορία. Όλα αυτά τα χρόνια λέμε πως η πλαγιές της Αιγιάλειας είναι από τις λίγες στην Ελλάδα που έχουν βορεινή έκθεση, από εκεί λοιπόν ξεκίνησε ο Μικρός Βοριάς. Βεβαίως έβαλε το χέρι της μια φίλη, που κουβεντιάζαμε ένα βράδυ όλα αυτά, μου στέλνει την επόμενη μέρα τρεις σελίδες ονόματα και μου λέει ξενύχτησα για να βρω όνομα, πάρε αυτά και διάλεξε. Της λέω δεν κάνει κανένα άλλο, μόνο ο Μικρός Βοριάς αξίζει.

Το επόμενο είναι ο Ιανός, που έχει μια ωραία ιστορία με τον Γιάννη Μπουτάρη. Τότε συνεργαζόμασταν εμπορικά, έχουμε ένα μικρό δίκτυο τότε, ήταν ο Στέλλιος μπροστά και εγώ με τον Γιάννη πιο πίσω, και προσπαθούμε να συντονιστούμε εμπορικά και λέμε να κάνουμε και ένα κρασί μαζί. Εκείνη την εποχή κάνουμε ένα κρασί μαζί με το καλύτερο ξινόμαυρο από το Κτήμα Κυρ-Γιάννη και το καλύτερο Cabernet από μένα. Το κάνουμε και συζητάμε για τα ονόματα. Προτείνονται δύο ονόματα, το Διάλογος και το Ιανός. Προτιμούμε το Ιανός επειδή είναι ο θεός με τα δύο πρόσωπα. Μετά από έναν χρόνο ο Γιάννης συνεργάζεται με τον Καρούλια, εγώ  με τα Κελλάρια. Βρισκόμαστε με τον Γιάννη ένα βράδυ στην Πλάκα και πίνουμε κρασί και μου λέει «εγώ θέλω να το κρατήσουμε», του λέω «κι εγώ θέλω να το κρατήσουμε». Παίρνει τηλέφωνο την άλλη μέρα ο Στέλλιος και μας λέει: «Μουρλοί είσαστε θα πλακωθούν τα εμπορικά δίκτυα;».  Τελικά μου είπε ο Γιάννης κράτα το εσύ και προχώρα το εσύ όπως θες και έτσι έμεινε το Ιανός. Αλλά εμείς του δώσαμε και μια άλλη έννοια μόνοι μας πια, ότι ο Ιανός είναι αυτός που βλέπει το παρελθόν και το μέλλον ωσεί παρόντα. Δηλαδή τα κρασί παλαίωσης έχει παρελθόν, παρόν και μέλλον να εξελιχθεί.

Ο μίτος της Αριάδνης, είναι αξιοπερίεργο που δεν είχε κατοχυρωθεί. Μόλις μου ήρθε αυτό στο μυαλό μέσα από μια συζήτηση με τον γραφίστα μου, λέω δεν είναι δυνατόν θα έχει κατοχυρωθεί με τόσα κρητικά οινοποιεία. Θέλαμε μια δισύλλαβη λέξη, που να γράφεται το ίδιο λατινικά και ελληνικά. Δίνουμε την έννοια ότι μπορεί κάποιος να ελιχθεί με τη βοήθεια των μίτων ανάμεσα στις διάφορες ποικιλίες, στις διάφορες περιοχές και τις διάφορες γενιές. Τώρα εγώ φεύγω και μπαίνει η Θεοδώρα…

 

Πώς είναι η αλλαγή σκυτάλης;

Αυτό είναι το πιο υπέροχο πράγματα. Δεν το είχα στο μυαλό μου. Σε καμία περίπτωση. Το ξεκίνησα το ’90 με το Ασπρολίθι. Παρά το ότι ήταν τόσο μικρό τότε, δεν ήθελα τα παιδιά να έχουν βάρος, ήταν μικρά και τα δύο, δεν ήθελα να έχουν αυτό στο κεφάλι τους. Η παράδοση είναι καλή, αλλά μου φαινόταν υπερβολικό να βλέπεις σε έναν άνθρωπο τα δικά σου όνειρα. Δεν το είχα σκεφτεί, ούτε έπαιζα το όνομα Ρούβαλης και για αυτό έμεινα πίσω στο marketing. Μόνο το 2004 που συνεργαστήκαμε με τα Κελλάρια, μου είπαν και μπήκε το όνομα Ρούβαλης.

Δεν ήταν στα σχέδιά μου τα παιδιά να έρθουν στο οινοποιείο. Κάποια στιγμή από μόνη της η Θεοδώρα αποφάσισε έκανε οινολογία στο ΤΕΙ, πήγε Erasmus, γνώρισε ένα Ισπανό οινολόγο, έκαναν μεταπτυχιακό στη Βουργουνδία, γύρισαν στη Χιλή, στη Νέα Ζηλανδία, οινοποίησαν, τρυγούσαν στον νότιο ημισφαίριο, έβγαζαν λεφτά, σπούδαζα στο βόρειο ημισφαίριο, εγώ δεν τους έδωσα λεφτά. Τώρα είναι σπουδαίοι οινολόγοι και οι δύο. Η Θεοδώρα είναι πολύ δραστήρια, πιο οργανωτική από εμένα, θα πάει την εταιρεία πιο καλά, πολύ πιο καλά.

 

Για τον Άγγελο Ρούβαλη, ξεκινάει η απόλαυση;

Κατά κάποιο τρόπο ναι. Παρότι υπάρχουν μεγάλα προβλήματα, η οικονομία σε πολύ άσχημη κατάσταση, η ύφεση είναι φοβερή. Δεν έχουμε ρευστότητα καθόλου. Δεν μπορείς να κάνεις την παραμικρή επένδυση. Η ελληνική αγορά είναι σάπια. Έχουμε 70% παραοικονομία.  Με 0,20 ευρώ το λίτρο ανακοίνωσε η εφορία ότι το 2015 πήρε 20 εκατομμύρια από το κρασί, που σημαίνει 120.000 τόνοι κρασί κινήθηκε νόμιμα τη στιγμή που η κατανάλωση είναι 450.000 τόνοι. Άρα είναι όλο παραοικονομία. Επομένως αγωνιζόμαστε σε σάπιο έδαφος να κρατήσουμε τις εξαγωγές, να στηρίξουμε αυτή την προσπάθεια, ενώ δεν μας στηρίζει κανείς. Για μένα αυτοί που στήριξαν το κρασί είναι οι οινοδημοσιογράφοι, οι άνθρωποι που συζητάνε για το κρασί, τα wine bars, οι φίλοι του κρασιού, αυτοί έχουν από το ’90 που φέρνουν το κρασί στην επιφάνεια, αυτοί είναι μαζί με τους οινοποιούς οι πρωτεργάτες του ελληνικού κρασιού.

 

Περάσατε 30-35 χρόνια στο κρασί έχοντας την κύρια ευθύνη στην πλάτη σας. Να πάει καλά το οινοποιείο, να βγάλουν καλά κρασιά, να πωλούνται… τώρα το παίρνει στα χέρια της η Θεοδώρα με τον Αντόνιο, άρα τώρα ο Άγγελος Ρούβαλης πάει στο βαρέλι, πιο ήρεμος; Πώς απολαμβάνει διαφορετικά το κρασί; Είναι σαν το παιδί που μπορεί να κάνει τη σκανταλιά;

Έτσι είναι και ο λόγος που είναι έτσι – προς τιμήν τους – είναι επειδή έχω μεγάλη εμπιστοσύνη στις ικανότητες της Θεοδώρας και του Αντόνιο, αλλά κυρίως της Θεοδώρας. Γιατί αν δεν είχα εμπιστοσύνη θα είχα μεγαλύτερο άγχος θα σκεφτόμουν «θα τα καταφέρουν, δεν θα τα καταφέρουν;». Έχοντας όμως την εμπιστοσύνη, νιώθω πολύ πιο ήσυχος και απολαμβάνω το κρασί πολύ καλύτερα.

Share on FacebookShare on Google+Tweet about this on TwitterShare on LinkedInPin on PinterestEmail this to someonePrint this page