Μ. Ταμιωλάκη: Το κρασί είναι η προέκταση εκείνου που το φτιάχνει

Η αλήθεια είναι ότι κυνηγούσα πολύ καιρό αυτή τη συνέντευξη. Πότε ο τρύγος, πότε η οινοποίηση και άλλες υποχρεώσεις, πότε κάποια έκθεση, η πραγματοποίηση της συνέντευξης φαινόταν δύσκολο project. Ασφαλώς όχι γιατί η εν λόγω οινολόγος έκανε τη φίρμα και τη δύσκολη, αλλά γιατί ο φόρτος εργασίας είναι μεγάλος.

Ωστόσο ξεπερνώντας λίγες μέρες πριν τα Χριστούγεννα και τις τελευταίες ηχητικές δυσκολίες, που έφερε το Skype (σσ Κρήτη εκείνη, Πειραιά εγώ), καταφέραμε να κάνουμε τη συνέντευξη αυτή και να γνωρίσουμε καλύτερα τη Μαρία Ταμιωλάκη του οινοποιείου Ρους και να ανακαλύψουμε γιατί επέλεξε συνειδητά την επιστροφή στην Κρήτη από την παραμονή στο σαγηνευτικό Μπορντώ.

 

Πότε και πως ξεκινάει η σχέση σας με το κρασί;

Η μητέρα μου προέρχεται από μια οικογένεια οινοπαραγωγών, ο παππούς μου,  ο προπάππους μου όλοι παρήγαγαν κρασί. Είμαι η τέταρτη γενιά οινοποιών από την πλευρά της μαμάς μου. Ο μπαμπάς μου σπούδασε οινολογία, άρα πάντοτε βρισκόμουν στο περιβάλλον του κρασιού  και αυτό με επηρέασε στην απόφασή μου να γίνω οινολόγος. Το οινοποιείο βέβαια με τη σημερινή του μορφή είναι σχετικά πρόσφατο παρά την ιστορία της οικογένειας και το να το ξεκινήσουν οι δικοί μου συνδέθηκε λίγο και με τη δική μου απόφαση να ασχοληθώ με το κρασί. Αποφάσισα λοιπόν να φύγω, να πάω να σπουδάσω οινολογία, ταυτόχρονα υπήρχε και μια μεγάλη αγάπη προς τη Γαλλία και πολλά ταξίδια που είχαν γίνει και σε οινοποιεία και έτσι αποφάσισα να φύγω να πάω στο Μπορντώ. Το Μπορντώ είναι μια πόλη που ούτως ή άλλως είναι απόλυτα συνδεδεμένη με το κρασί, είτε ασχολείσαι με το κρασί είτε όχι. Μπήκα σε ένα περιβάλλον που η κουλτούρα του, η ζωή του ήταν γύρω από το κρασί. Έτσι το αγάπησα ακόμη περισσότερο και μέσα από τις σπουδές μου και μέσα από τη συναναστροφή μου με ανθρώπους που δούλευαν γύρω από το κρασί, με τους συμφοιτητές μου – γιατί ήμασταν άνθρωποι από διάφορους τόπους του κόσμου -, γινόταν ανταλλαγή κρασιών, ποικιλιών, ιδεών και όλο αυτό το κλίμα ενίσχυσε ακόμα περισσότερο την αγάπη που είχα για το κρασί.

 

Φεύγετε λοιπόν από την Κρήτη, που έχετε εκεί κάποιες συγκεκριμένες οινικές εμπειρίες και βρίσκεστε στο Μπορντώ. Ξεκινάει κάτι διαφορετικό. Ποιες είναι εκεί οι σκέψεις σας για το αν θα γυρίσετε στην Κρήτη ή αν θα συνεχίσετε στο Μπορντώ;

Εγώ έφυγα έχοντας στον μυαλό μου ως δεδομένο ότι θα γυρίσω πίσω, ενώ στην πραγματικότητα – εάν το εξετάσω – δεν μου επέβαλε ποτέ κανένας  να γυρίσω έστω κι αν υπήρχε το οινοποιείο. Το αντίθετο μάλιστα μπορώ να πω. Δηλαδή είχα μια παρότρυνση να μείνω αν θέλω. Εγώ είχα στο μυαλό μου ότι υπάρχει πίσω το οινοποιείο και άρα ήρθα εδώ να κάνω αυτό που έχω να κάνω και να πάω πίσω. Ίσως αυτός ήταν και ο λόγος που μου πήρε αρκετά χρόνια να εγκλιματιστώ πίσω στην Ελλάδα. Πέρασα βέβαια και οκτώ χρόνια στη Γαλλία. Δηλαδή τέλειωσα το σχολείο και πήγα αμέσως και έκανα όλες μου τις σπουδές εκεί. Δούλεψα ένα διάστημα εκεί και μετά επέστρεψα πίσω. Ήταν δύσκολη η προσαρμογή από την εκεί πραγματικότητα γενικότερα της ζωής αλλά και της οινικής ζωής στην οινική ζωή εδώ. Δεν το σκέφτηκα όμως τότε ιδιαίτερα αν και είχα όλα τα δεδομένα να το σκεφτώ γιατί ήμουν και σε ένα πάρα πολύ καλό οινοποιείο όταν έφυγα, είχα χτίσει πολύ καλές σχέσεις με κόσμο στο Μπορντώ, παρόλα αυτά δεν το σκέφτηκα και αποφάσισα να γυρίσω πίσω».

 

Ποιες είναι οι δυσκολίες επιστρέφοντας στην Κρήτη;

«Όταν επέστρεψα δεν είχε τελειώσει ακόμα το κτίριο του οινοποιείου. Υπήρχε ο αμπελώνας φυτεμένος αλλά το κτίριο δεν είχε ολοκληρωθεί ακόμα. Οι διαφορές όμως ήταν τεράστιες. Ειδικά με εκεί που έκανα πρακτική στο Chateau Brion , όπου συνέχισα και για έναν ακόμα χρόνο να εργάζομαι. Εκεί στα μεγάλα οινοποιεία όλα είναι σε φοβερό προγραμματισμό και τάξη. Οργανωμένα και σε πολύ μεγάλες προδιαγραφές όχι μόνο για την ποιότητα παραγωγής, αλλά και την ποιότητα εργασίας των ανθρώπων. Αυτό είναι μάλιστα κάτι που μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση και το συζητούσα για χρόνια. Το πόσο πολύ επενδύουν στο να έχει ο κόσμος που δουλεύει εκεί, πολύ καλές συνθήκες εργασίας  έτσι ώστε να παράγει το καλύτερο δυνατό έργο. Εδώ συνέβαινε σχεδόν το αντίθετο. Οπότε ήταν και το κομμάτι αυτό καθαυτό της παραγωγής αλλά και των συνθηκών εργασίας, που με σόκαρε όταν γύρισα στην Ελλάδα και μου πήρε πολλά χρόνια για να εγκλιματιστώ. Αυτό που προσπαθούσα και προσπαθώ να κάνω είναι να δημιουργώ τις καλύτερες συνθήκες με τις δυνατότητες που έχω.

 

Το οινοποιείο σας έχει τραβήξει τον δικό του δρόμο. Μακριά από την πεπατημένη θα έλεγε κανείς, ο λόγος ποιος είναι; Αποδίδει αυτό;

Η πρώτη εμφιάλωση έγινε το 2002 από τους γονείς μου. Το Κτήμα κυκλοφορούσε για πάρα πολλά χρόνια με την επωνυμία «Οινοποιείο Ταμιωλάκη», που είναι το όνομα της οικογένειας, μέχρι το 2011 που αναλάβαμε εγώ και ο Δημήτρης Μανσόλας, ο άντρας μου.  Είναι γεωπόνος και οινολόγος και έχουμε σπουδάσει μαζί στο Μπορντώ.  Το 2011 λοιπόν αναλάβαμε να «τρέξουμε» εμείς το οινοποιείο, η νέα γενιά του οινοποιείου. Τότε λοιπόν πήραμε κάποιες αποφάσεις, που το αποτέλεσμά τους είναι αυτό.  Δηλαδή θέλαμε πια να χαράξουμε τη δική μας πορεία, γιατί το οινοποιείο ξεκίνησε από τους γονείς μου σε κάποια άλλη εποχή με κάποιους άλλους στόχους, με κάποιες άλλες ανάγκες.

Τώρα είναι άλλη εποχή, είμαστε άλλοι άνθρωποι, είναι  άλλες οι ανάγκες. Το ένα που θέλαμε είναι να εκφραστούμε εμείς σαν οινολόγοι και σαν άνθρωποι και το άλλο που θέλαμε είναι να ανοιχτούμε στο εξωτερικό, θέλαμε να ανοίξουμε τα φτερά μας προς τα έξω. Είχαμε πολύ μεγάλο στόχο την εξωστρέφεια και όχι να μείνουμε στην αγορά της Κρήτης ή της Ελλάδας μονάχα. Αυτοί είναι οι λόγοι που μας έκαναν να διαφοροποιηθούμε, αυτό που κάνουμε εκφράζει εμάς. Εάν αυτό είναι διαφορετικό από την πεπατημένη, είναι. Μπορεί να είναι και το hard way. Γιατί πολλές φορές αναρωτιόμαστε με τον Δημήτρη, γιατί έχουμε επιλέξει αυτό αν είναι σωστό. Υπάρχουν άπειρες ώρες brainstorming προς τα που θα πάμε, η απάντηση είναι πάντα ότι αυτό είμαστε εμείς. Νομίζω ότι το κρασί είναι απολύτως η προέκταση του ποιοι το φτιάχνουνε. Άρα δεν ξέρω εάν είναι ενάντια στην πεπατημένη ή όχι, θεωρώ ότι αυτό εκφράζει εμάς σαν οινοποιούς και τους στόχους που είχαμε θέση να εκφραστούμε εμείς πια σαν νέα γενιά αλλά και το να κάνουμε πράγματα που θα μας βοηθήσουν να δείξουμε ότι είμαστε μεν ένα τοπικό προϊόν αλλά απευθυνόμαστε σε ένα κοινό που είναι παγκόσμιο.

 

Το όνομα του οινοποιού από πού προέρχεται;

Όλη αυτή η ανάγκη μας λοιπόν, του να κάνουμε τα πράγματα που είπαμε πριν οδήγησε σε μια ανάγκη να δώσουμε ένα όνομα στο οινοποιείο, να δώσουμε ένα brand και μια νέα εικόνα. Όταν προέκυψε η ανάγκη να δώσουμε το brand έγινε μια μεγάλη αναζήτηση για το όνομα. Μετά από σχεδόν δύο χρόνια αναζήτησης καταλήξαμε στο Ρους γιατί είναι αρχαία ελληνική λέξη, μικρή λέξη και εύκολη να την πει κάποιος είτε Έλληνας, είτε ξένος και τρίτον σημαίνει ροή, συνεχής εξέλιξη των πραγμάτων και θεωρούμε ότι εκφράζει απόλυτα αυτό που είναι το κρασί. Συνεχώς εξελίσσεται είτε πριν, είτε και μετά στη φιάλη, αλλά και αυτό που είμαστε εμείς ως οινοποιοί και ως άνθρωποι δηλαδή προσπαθούμε να εξελισσόμαστε χρόνο με το χρόνο και να εξελίξουμε και τη δουλειά μας.

 

Τι καινούργιο περιμένουμε από το οινοποιείο Ρους;

Είναι πολλά τα πράγματα που σκεφτόμαστε. Έχουμε διάφορα projects. Ετοιμάζουμε πάντως πολλά πράγματα και σε επίπεδο κρασιού αλλά και σε διαφορετικά πεδία.  Από χρόνο σε χρόνο προσπαθούμε να αυξάνουμε το τονάζ μας. Για την ώρα εκτιμούμε ότι στις φιάλες που βρισκόμαστε δεν χωράει να μπει και άλλη ετικέτα, θεωρούμε ότι είναι πάρα πολλές στις 60.000 φιάλες, 7 ετικέτες. Άρα είναι κάτι  που δεν προβλέπουμε για τον τρύγο που έρχεται ίσως και για τον επόμενο. Από εκεί και πέρα όμως έχουμε project και με νέες ποικιλίες. Αυτό που ετοιμάζουμε και σχετικά άμεσα θα βγει είναι ένα απόσταγμα

Email: info@greekcellar.gr